Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα φετινά Χριστούγεννα ας ημερέψουν τις καρδιές μας!

Μπαίνουμε ήδη στο τελευταίο διάστημα των Χριστουγέννων και, όπου νάναι θα ακουστούν οι χαρμόσυνες καμπάνες που θα αναγγέλλουν τη γέννηση του Χριστού. Ενώ όμως όλοι περιμένουμε με ανυπομονησία τις χαρούμενες αυτές μέρες. Κάποιοι άλλοι από όλους εμάς, και δυστυχώς είναι πάρα πολλοί, δεν θα καταφέρουν να γιορτάσουν. Δεν θα καταλάβουν καθόλου τις γιορτές. Και όχι μόνο αυτό, αλλά με το κρύο, που έχει αρχίσει να πέφτει τελευταία, θα δυσκολευτούν να κρατηθούν και σ’ αυτή τη ζωή ακόμα.

Είναι όλοι αυτοί τους οποίους βλέπουμε καθημερινά και τους αποφεύγουμε. Είναι οι δυστυχισμένοι που περνάνε δίπλα μας και μεριάζουμε γρήγορα μην τυχόν και μας ακουμπήσουν. Φοβόμαστε μήπως και λερώσουμε τα ρούχα μας ή τα χέρια μας, βοηθώντας τους. Δεν φανταζόμαστε όμως, πόσο λερώνουμε την ψυχή  μας με αυτό τον τρόπο.

Εντύπωση πάντως προκαλούν αυτοί που είναι πλήρως αδύναμοι μέσα στην κοινωνία. Που δεν έχουν ούτε ρούχα, ούτε κατάλυμα. Οι περισσότεροι δεν απλώνουν καν το χέρι να ζητήσουν ελεημοσύνη. Ντρέπονται, όχι για τους εαυτούς τους, αλλά για την κοινωνία και την άδικη δομή του κράτους, που τους έχει φέρει σε αυτό το κατάντημα. Ποιος ξέρει, όταν κοιτώντας μας όλους, έναν έναν, με τα θολά μάτια τους, αν δεν αναγνωρίζουν πάνω μας, τους ίδιους τούς εαυτούς τους, όπως ακριβώς, ήταν αυτοί πριν λίγο καιρό.

Και το θέμα είναι αν μπορούμε, αν έχουμε το δικαίωμα να καταδικάζουμε σε θάνατο, όλους αυτούς τους ανθρώπους. Και εντάξει, οι πολίτες μπορεί να δώσουν τον οβολό τους για μια στιγμιαία ανακούφιση του πάσχοντα ή για να ακούσουν ένα αργόσυρτο και πονεμένο ευχαριστώ και να δουν τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης, στα κρύα μάγουλα των αστέγων.

Κάποιος φίλος που έτυχε να βρεθεί σε ένα λαϊκό συνοικιακό ταβερνάκι, μέρα μεσημέρι, μέσα στην αγορά, μου έλεγε πως, την ώρα που κοντεύανε να φύγουν, είδαν να μπαίνει μέσα ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων, που από την εμφάνισή τους, αν και ήταν αξιοπρεπείς, καταλάβαινες πως είχες να κάνεις με αστέγους. Δεν μιλήσανε, πήγαν και έκατσαν σε ένα απόμερο τραπεζάκι, και δεν παράγγειλαν τίποτα.

Τι να παραγγείλουν οι άνθρωποι, μονολόγησε ο φίλος, σάμπως είχαν και χρήματα για να πληρώσουν; Όμως ο μαγαζάτορας, χωρίς να τους ρωτήσει έσπευσε να τους φέρει φαγητό και λίγο κρασί. Είχαν μπει οι άνθρωποι για να ζεσταθούν, για να αισθανθούν λιγάκι τη θαλπωρή. Μετά από λίγο άρχισαν να τους κερνούν και οι άλλες παρέες που βρισκόντουσαν στο ταβερνάκι.

Δε βλέπεις πολλά τέτοια φαινόμενα σήμερα. Η αλληλεγγύη είναι ένα μακρινό και πολύ ξεχασμένο όνειρο. Το κράτος το ίδιο, φρόντισε να το γκρεμίσει και στη θέση του να βάλει το μίσος και την εγωπάθεια του καθενός μας. Που να βρεθεί μια στιγμή να στραφείς προς τον πλησίον. Στην πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι και τόσο ρόδινα στις μέρες μας. Μπορεί να καυχόμαστε ότι έχουμε προοδεύσει στις επιστήμες και την τεχνολογία, αλλά υστερούμε απελπιστικά σε κάθε αγαθή διάθεση για το συνάνθρωπο.

Βλέπει κανείς, νέους και γέρους να περιμένουν στην ουρά των τραπεζών, για να πάρουν στα χέρια τους τα κολλαριστά ευρώ των καταθέσεών τους και νομίζει πως έχει πέσει πάνω σε τοκογλύφους. Τόσο λαίμαργα τα κοιτάνε! Κάπως έτσι φαίνονται και τα άπληστα μάτια που κοιτούν και ξανακοιτούν τα νέα συνολάκια της μόδας στις φωτεινές βιτρίνες των καταστημάτων.

Ένα όμως βλέμμα ζεστό δεν πέφτει στο μικρό ζητιάνο που ξεπαγιάζει στη γωνία, ούτε η ψυχή μπορεί να αφουγκραστεί την καθημερινή αγωνία του άνεργου ή του απελπισμένου βιοπαλαιστή, που τους πνίγουν τα χρέη. Έλεος λοιπόν Έλεος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *