Ο μεγάλος μόδιστρος Μπίλι Μπο (μέρος 1ο)
Ο Βασίλης Κουρκουμέλης γεννήθηκε το 1954 και καταγόταν από την συνοικία Καμίνια του Πειραιά, έγινε γνωστός ως Μπίλι Μπο, ήταν Έλληνας σχεδιαστής μόδας. Προερχόμενος από φτωχό οικογενειακό περιβάλλον, έγινε ο γνωστότερος Έλληνας σχεδιαστής της εποχής του. Ήταν ο πρώτος διάσημος Έλληνας που πέθανε από τον τότε σχετικά άγνωστο ιό του AIDS, γεγονός που διέγειρε το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινωνίας της εποχής.
Παιδί πολύτεκνης οικογένειας. Ξεκίνησε την καριέρα του τη δεκαετία του 1960 σαν χορευτής σε διάφορες μπουάτ που έδρευαν στην Πλάκα της Αθήνας. Το 1971 γνώρισε τον μετέπειτα συνεργάτη του Μάκη Τσέλιο. Αποφάσισαν να συνεργαστούν επαγγελματικά και αρχικά ξεκίνησαν μια επιχείρηση εισαγωγής αρωμάτων από τη Γαλλία. Σύντομα άλλαξαν κατεύθυνση και το 1973 ξεκίνησαν μια μπουτίκ υψηλής ραπτικής στην οδό Σόλωνος 1. Ονόμασαν το κατάστημα Billy Bo, μια παραφθορά του τραγουδιού της Κατερίνα Βαλέντε «Billy Boy», και ο Κουρκουμέλης υιοθέτησε και για τον ίδιο το όνο
μα. Παράλληλα σπούδασε σχέδιο μόδας στη σχολή «Βακαλό» και, όταν το σχετικό τμήμα διέκοψε το λειτουργία του, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη σχολή «Βελουδάκη».
Η μπουτίκ είχε ήδη αρχίσει να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον όμως η καριέρα του Μπο απογειώθηκε όταν κέρδισε το βραβείο του γυναικείου περιοδικού Γυναίκα. Σύντομα κέρδισε την εμπιστοσύνη των κοσμικών κύκλων της Αθήνας, καθώς και μεγάλο πλήθος θαυμαστών καθώς και την υποστήριξη των δημοσιογράφων. Ακολούθησαν και άλλα καταστήματα στη Θεσσαλονίκη, τη Μύκονο, το Ψυχικό και στο κέντρο της Αθήνας. Το 1981 είναι η χρονιά που επιλέχθηκε να σχεδιάσει τις στολές των αεροσυνοδών της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι οποίες θα φοριούνταν για τα επόμενα πέντε χρόνια. Το μεγαλύτερο επίτευγμα ήταν η δημιουργία καταστήματος στην 5η Λεωφόρο της Νέας Υόρκης.
Στα εγκαίνια του τον Δεκέμβριο του 1986 ο Μπο δεν παρευρέθηκε λόγω της ασθένειάς του.
Ο Μπίλι Μπο προσβλήθηκε από τον ιό HIV και στα τέλη της δεκαετίας του 1980 νόσησε με AIDS. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 13 Ιουνίου του 1987 σε ηλικία 33 ετών. Η ασθένεια και ο θάνατός του προκάλεσαν επιπλέον αίσθηση, καθώς η επιδημία του AIDS ήταν τότε ακόμα στην αρχή της στην Ελλάδα, και ο Μπίλι Μπο ήταν ο πρώτος διάσημος Έλληνας που έγινε γνωστό δημόσια ότι έχασε τη ζωή του από τη συγκεκριμένη ασθένεια.
Θέμα χρόνου να οραματιστεί κάποιος να το κάνει σενάριο και να γυρίσει ταινία. Θα μπορούσε να πει κανείς, μάλιστα, ότι άργησαν. Από την άλλη, ίσως να ήταν αναγκαίο το διάστημα αυτό, η απόσταση από τα πραγματικά γεγονότα που αποτέλεσαν τη σύντομη, αλλά φωτογενή ιστορία του Billy Bo, κατά κόσμον Βασίλη Κουρκουμέλη. Άλλωστε, προηγήθηκε ένα βιβλίο το 1990, το οποίο έγινε μπεστ-σέλερ, με την υπογραφή της Φρίντας Μπιούμπι και τίτλο «… Και το όνειρο πάγωσε». Εκεί, ο συνεργάτης και πιστός, μέχρι τέλους, φίλος του Μάκης Τσέλιος ξεδίπλωνε τις αναμνήσεις του από τον θρυλικό σχεδιαστή ρούχων. Αυτό το βιβλίο έπεσε στα χέρια της σκηνοθέτιδος Νικόλ Αλεξανδροπούλου, η οποία αποφάσισε να το κάνει ταινία.
Αλλά τι το ιδιαίτερο έχει η ιστορία του ωραίου Βασίλη των ’70s και των ’80s; Ποιο ήταν το «όνειρο» που πάγωσε; Όσο και να ακούγεται υπερβολικό, όντως η περίπτωση του Billy Bo υπήρξε θυελλώδης, μια ιστορία σαν εκείνη της Σταχτοπούτας του παραμυθιού, που από τις στάχτες έφτασε στα σαλόνια. Έτσι κι εκείνος, ξεκίνησε από την ανέχεια για να ζήσει την απόλυτη επιτυχία και δόξα και να καταβαραθρωθεί λίγα χρόνια μετά, με τον πιο άδοξο τρόπο. Ένα πρόσωπο που πέρασε σαν ένας λαμπερός, διάττοντας αστέρας από τον ελληνικό ουρανό, για να χαθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα οριστικά. Γιατί ο Βασίλης Κουρκουμέλης αποτέλεσε το πρώτο διάσημο θύμα του AIDS στην Ελλάδα.
Ο ένας εκ των δύο πρωταγωνιστών της ιστορίας, ο Μάκης Τσέλιος, 45 χρόνια μετά καλείται να φωτίσει για μία ακόμα φορά την κοινή του πορεία με τον Βασίλη, με αφορμή την επικείμενη ταινία που εμπεριέχει όλα τα κλισέ ενός καλοστημένου «παραμυθιού». Όλα ξεκίνησαν ένα μεσημέρι του Απρίλη του 1971, όταν, ανεβαίνοντας την οδό Πινδάρου στο Κολωνάκι, μαγνητίστηκε από την ομορφιά ενός δεκαεπτάχρονου αγοριού που κατέβαινε παρέα με έναν συνομήλικο φίλο του. Πλησιάζοντας ο ένας τον άλλον, αιφνιδιάστηκε ευχάριστα, καθώς αναγνώρισε στο πρόσωπό του ένα παιδί που το ήξερε από τον Πειραιά, όπου είχε μεγαλώσει και ο ίδιος.
Ο Βασίλης ήταν γειτονόπουλο από τα Καμίνια, ενώ εκείνος ήταν από την Πηγάδα – λαϊκές γειτονιές που απείχαν παρασάγγας από την πραγματικότητα του κέντρου της Αθήνας και κατοικούνταν από πρόσφυγες και οικογένειες εργατών του λιμανιού ή των γύρω εργοστασιακών μονάδων. Τι γύρευε ένα αγόρι από την πιο υποβαθμισμένη περιοχή του Πειραιά στην πιο σνομπ γειτονιά της Αθήνας; Τότε ακόμα δεν ήξερε τι ακριβώς, αλλά για ένα πράγμα ήταν βέβαιος: ήθελε πάση θυσία να αποδράσει από τη μιζέρια του σπιτιού και της φτωχογειτονιάς του και το μόνο διαβατήριο που είχε εκείνη τη στιγμή δεν ήταν άλλο από την ομορφιά του.
Ο Βασίλης λατρεύτηκε. Ήταν είδωλο. Γι’ αυτό ακριβώς, για να προλάβω κάποιες καταστάσεις, χτίστηκε ο μύθος σωστά. Δεν ήξερε κανείς από πού προερχόταν, σήμερα τα λέμε αυτά. Ήταν ένα ωραίο παιδί που ντυνόταν καταπληκτικά και όλοι τον ζήλευαν. Ο Τσέλιος, πολύ σύντομα έπειτα από εκείνη την καρμική συνάντηση, έμελλε να γίνει ο μέντοράς του και επί της ουσίας ο δημιουργός του φαινομένου «Billy Bo», όπως έγινε γνωστό στο πανελλήνιο το εντυπωσιακό αγόρι από τα Καμίνια.
Προτού κυριαρχήσει το lifestyle και λίγο πριν η Μύκονος, το αγαπημένο του νησί, γίνει τουριστική βιομηχανία. Το πρώτο πράγμα που αποσιωπήθηκε επιμελώς τα χρόνια που ακολούθησαν, ώστε να γίνει αποδεκτός από τα μεγαλοαστικά σαλόνια του Κολωνακίου, ήταν η καταγωγή του, δηλαδή το πού μεγάλωσε. Ήταν ένα από τα πράγματα που γνώριζε με βεβαιότητα ότι έπρεπε να καλύψει με πέπλο μυστηρίου ο κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερός του άντρας, που από κει και πέρα θα ταύτιζε την επαγγελματική του ζωή και μέρος της προσωπικής του με το αγόρι εκείνο. Κι αυτό ήταν μόλις ένα από τα πολλά που σκαρφίστηκε για να χτίσει την εντυπωσιακή καριέρα του νεαρού καλλονού.
Αλλά, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, ας πάρουμε τα γεγονότα από την αρχή. Το ότι έπρεπε να «ξεχαστούν» τα Καμίνια δεν είχε να κάνει μόνο με το ότι ήταν «λαϊκά» αλλά και με το ότι ο Βασίλης δεν είχε και τις ωραιότερες αναμνήσεις από εκεί. Ο Μάκης Τσέλιος θυμάται: «Ο Βασίλης είχε δύσκολα παιδικά χρόνια, όπως άλλωστε όλοι οι άνθρωποι τότε. Οι δρόμοι στις γειτονιές ήταν από χώμα και φαντάσου ότι ακόμα περνούσε ο νερουλάς.
Την ημέρα που τον είδα πρώτη φορά, ξαφνιάστηκα. Είχε μια ιδιαιτερότητα, ήταν σαν ένα πριγκιπόπουλο σε λάθος περιβάλλον… Σαν να είχε γεννηθεί σε λάθος σπίτι. Ήθελε πάρα πολύ να ανέβει, χωρίς να έχει εφόδια όμως. Εγώ τον βρήκα να κάνει μαθήματα χορού στη σχολή Ντε Πιαν. Συναντηθήκαμε μερικές φορές κι έβλεπα ότι αναζητούσε την παρέα σοβαρότερων ανθρώπων. Άρχισε να χορεύει στου Μοστρού στην Πλάκα, με τις αδελφές Μπρόγιερ και στο θέατρο, στο “Μαριχουάνα Στοπ”, με τον Μεταξόπουλο. Ήταν τόσο ωραίος, που πετούσαν περισσότερα λουλούδια σε αυτόν παρά στις Μπρόγιερ! Εμένα δεν με ικανοποιούσε αυτό που έκανε και ήθελα να τον βοηθήσω για κάτι άλλο.
Εκείνα τα χρόνια ασχολιόμουν με τις πωλήσεις αυτοκινήτων. Λίγο μετά, διέκοψα από την εταιρεία στην οποία εργαζόμουν και σκεφτόμουν να κάνω κάτι που θα περιλάμβανε και τον Βασίλη. Ως μέντοράς του δεν ήθελα να βαλτώσει στα χορευτικά ενός μπαλέτου, αν και δούλευε πια με τον Σειληνό και την Ιωαννίδου. Ήθελα να τον πάρω από κει και να κάνω μαζί του κάτι σημαντικό γιατί το άξιζε. Διέθετα ένα πακέτο χρημάτων από την αποζημίωσή μου, 135.000 δραχμές. Νοικιάσαμε ένα σπίτι στην πλατεία Βικτωρίας, κοντά στην οικογένειά μου, και από το 1971 μέχρι το 1973 σερνόμασταν με διάφορες ιδέες.
συνεχίζεται
