Η Γλώσσα μας
Αιθήρ
Ο “αιθήρ” ετυμολογικώς προκύπτει από το ρήμα “αἴθω”.
Το ρήμα αυτό αποδίδει όλες τις ιδιότητες του Ηλίου: σημαίνει “ανάπτω”, “λάμπω”, “καίω”.
Ο “αἶθος” είναι ο καύσωνας στα αρχαία ελληνικά και ο “αἴθων” είναι ο πυρώδης που φλέγει, αναλάμπει, αστράπτει ή ο καφέ (“αίθων τρίπους”, “αἴθων ἵππος”).
Η “αἴθουσα στοά” ήταν η “ἔσωθεν τῆς εἰσόδου ἐπὶ τῆς αὐλῆς στοά, ἀνοικτὴ πρὸς τὰ ἐμπρός, ἑκατέρωθεν τοῦ προθύρου, ἐστραμμένη πρὸς ἀνατολὰς ἢ μεσημβρίαν ἵνα ᾖ ἐκτεθειμένη εἰς τὸν ἥλιον, ὁπόθεν καὶ τὸ ὄνομα” (λεξικό Lidell & Scott).
Aπό αυτή την φράση μας έμεινε σήμερα μόνο η μετοχή “αίθουσα” για να προσδιορίζει οποιοδήποτε δωμάτιο κι όχι μόνο το “εκτεθειμένο στον ήλιο”.
Η “αἴθρη” είναι ο ανέφελος ουρανός, ο λαμπρός καιρός (“ύπαιθρος”, “αἴθριο”, “αίθριος καιρός”).
Ο “Αἰθίοψ” (αἴθω + ὄψ: όψη) είναι ο “ἔχων κεκαυμένον τὸ πρόσωπον”.
Διαχρονική η αρχαία ελληνική παροιμία: “Αἰθίοπα σμήχειν” = “τον αράπη κι αν τον πλένεις” «σμήχω: καθαρίζω».
Ελένη Κουλιζάκη
Φιλόλογος
