Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΔΙΑΦΟΡΑΕΙΔΗΣΕΙΣ

«Φτου, Ξελευτερία…» Βιβλίο Ιστορίας, Μνήμης και Ζωής

τσουνάκος 2Δεκάδες ανέκδοτες φωτογραφίες, μαθητικά τετράδια, σελίδες από περιοδικά, σχολικά βιβλία, κοριτσίστικα λευκώματα, παιχνίδια, ζωγραφιές, χαλκομανίες, ευχετήριες κάρτες… Θραύσματα ενός «παραδείσου» που αργά γλιστράει και χάνεται στη λήθη.

Το τρυφερό λεύκωμα του Οθωνα Τσουνάκου, ζωντανεύοντας την παιδική εποποιία των σημερινών εξηντάρηδων και βάλε, και μαζί με αυτήν τα όνειρα και τις ευαισθησίες τους, προσπαθεί να περισώσει την ατμόσφαιρα των παλαιών εκείνων ημερών που η Αθήνα δεν ήταν από μπετόν και οι γειτονιές ευωδίαζαν από τη μαντζουράνα και πρασίνιζαν από τον κισσό. Που στις αλάνες και στα χωμάτινα γηπεδάκια αφήνιαζε χτυπημένη από το κάμα η πιτσιρικάδα, παριστάνοντας τον Γιούτσο, το Νεστορίδη ή το Δομάζο, τον Σιδέρη και τον Δεληκάρη, παίζοντας σκοινάκι, αμπάριζα, στάκαμαν, βόλους, μακριά γαϊδούρα, μπίζ, αμπάριζα, γυαλένια και κουτσό.

τσουνάκος 1Μάταιος κόπος ίσως πουν κάποιοι, οι πιο ρεαλιστές και προσγειωμένοι. Η ζωή φεύγει και δεν ωφελεί να κοιτάμε πίσω μας. Άλλωστε ελάχιστα μας συνδέουν με την εποχή εκείνη. Και όμως. Ακόμη και αυτοί θα αισθανθούν μέσα τους ένα σκίρτημα στη θέα της παιδικής τους ηλικίας να παίρνει σάρκα και οστά: των αγαθών εκείνων – αλλά και σκληροτράχηλων όταν το απαιτούσαν οι νόμοι του δρόμου – παρεών από παιδιά, που διάβαζαν «Διάπλαση των Παίδων» και φύλαγαν μέσα στη σιφονιέρα τους ως κόρη οφθαλμού τα τεύχη του «Μικρού Ήρωα», του «Καραγκιόζη», των «Κλασικών Εικονογραφημένων», του «Γκαούρ-Ταρζάν» και της «Μασκούλας»·που κατανάλωσαν τεράστιες ποσότητες «Θρεψίνης» από τον φόβο της αδενοπάθειας και της φυματίωσης· που έμαθαν τα πρώτα γράμματα διαβάζοντας στο ταλαιπωρημένο αλφαβητάρι με τις εικόνες του Κώστα Γραμματόπουλου εκείνο το αλησμόνητο «Μήλα, Μίμη. Έλα, Μίμη, έλα. Έλα, μήλα μέλι»·που άκουσαν για τη σάρκωση του Θεανθρώπου στο κατηχητικό της ενορίας τους·που καταβρόχθισαν «μαλλί της γριάς» στα πανηγύρια και κλεμμένες από το οικογενειακό ψυγείο νουγκατίνες·που μάζεψαν «χαρτάκια» με τη μορφή της Αλίκης και του Παπαμιχαήλ· που έριξαν κλεφτές ματιές όλο ενοχή και έξαψη στο «Χτυποκάρδι», στον «Ζέφυρο» και στην «Καρδιά». Κάποιος σπουδαίος είπε ότι δεν μπορεί κανείς να ωριμάσει σαν ενήλικος αν δεν έχει μέσα του συμφιλιωθεί με το παιδί που ήταν κάποτε. Εμείς θα προσθέταμε: και αν δεν αναπολεί συχνά-πυκνά την ανέμελη και απονήρευτη εκείνη εποχή.

Ένας παράδεισος ζωής, μνήμης και ιστορίας που καταγράφηκε σωστά και αντιπροσωπεύει τον συνδετικό κρίκο της γενιάς του 40 με την σύγχρονη γενιά της εξέλιξης και του 21ου αιώνα.

Να ευχαριστήσω την αγαπημένη φίλη Ευγενία Μητσάκου, η οποία μας χάρισε αυτό το υπέροχο βιβλίο και μας έκανε να αισθανθούμε και πάλι παιδιά, έτοιμοι να βάλουμε κοντά παντελονάκια και να πάρουμε τα πατίνια μας για να κυριεύσουμε τον κόσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *