Αβούρης Μιχάλης
Η ηλιοθεραπεία
Σε πήρα στο καΐκι μου,
εκεί στον κάτω μώλο,
και για βοήθεια ν’ ανεβείς,
τραγούδησα και σόλο.
Στενό το ψαροκάικο,
κουβέρτα, κουπαστή,
απ’ τ’ άρωμά σου μ’ έπιασε,
ναυτία στεριανή.
Βάζω μπροστά τη μηχανή,
οι γλάροι με κοιτάνε,
μονάχοι ήθελα νάμαστε,
μ’ αυτοί με ακολουθάνε .
Κάλμα, μπονάτσα η θάλασσα,
κι’ ο ήλιος καθωσπρέπει,
κοιτώ ζερβά, κοιτώ δεξιά,
κανείς δεν μας προσέχει.
Σε λίγο ανοιγόμαστε,
στα μήκη και στα πλάτη,
κι’ εσύ γυρνάς ανάσκελα,
σαν μαύρισε η πλάτη.
Να σε αλείψω μου ζητάς,
με το αντηλιακό,
μα έτσι γυμνή που σε κοιτώ,
έχασα το μυαλό.
Δύο κατάλευκα βουνά,
και στις κορφές κεράσι,
και παρακάτω στον μυχό,
ένα δασάκι καστανό να χαίρεται η πλάση.
Εμέθυσα ο έρημος,
χωρίς να πιω σταγόνα,
και για να δείξω ψύχραιμος,
σκληρό έκανα αγώνα.
Και ακουμπώ στ’ ολόγιομο,
φεγγάρι το κορμί σου,
για να λαδώσω ο ευτυχής,
την θεία διαδρομή σου .
Βάζω στο χέρι Κόπερτον,
και τρέμω σαν το ψάρι,
τριγύρω με δουλεύουνε,
κράζοντας και οι γλάροι .
Εσύ μ’ ένα χαμόγελο,
τα πόδια σου κουνάς,
και να σε αλείψω πιο πολύ,
γοργόνα μου ζητάς.
Με μιάς όλο το αίμα μου,
πήγε στην κεφαλή μου,
παρέλυσε η συστολή,
και κάθε αντίσταση μου .
Τα ρούχα μου επέταξα,
επάνω στη κουβέρτα,
κι’ έτσι γυμνούλης τρίβομαι,
επάνω σου αβέρτα.
Οι θείες κραυγές σου σκέπασαν,
των γλάρων τις φωνές,
κι’ η ευτυχία γέμισε,
τις δύο μας καρδιές .
Ο ήλιος εβασίλεψε,
μα εμείς ακούστε θαύμα,
καιγόμαστε, μαυρίζουμε,
αγκαλιασμένοι αντάμα.
Μιχάλης Αβούρης
Από την ποιητική συλλογή
«Τα τυχερά αναπάντεχα»
