Ιστορικά μηχανουργεία και ναυπηγεία στον Πειραιά..του Χρήστου Γ. Μαλτέζου Δρ. Χημικού – Συγγραφέα
Μέρος 3ο
Το μηχανουργείο «Η Εργάνη Αθηνά» του Αχιλλέα Κούπα
Το 1882 ιδρύεται στον Πειραιά το μηχανουργείο του Αχιλλέα Κούπα, που κατέγραψε σημαντική πορεία μέχρι το οριστικό κλείσιμο της επιχείρησης το 1987. Στο βιβλίο του ο Παντολέων Καμπούρογλου γράφει: «Μηχανουργείον υπό τον τίτλον Η Εργάνη Αθηνά: Το εργοστάσιον τούτον είναι νεοσύστατον. Ο ιδιοκτήτης αυτού κ. Αχ. Κούπας ανήρ δραστήριος καταγίνεται όπως με τον καιρό αποκαταστήση αυτό, όμοιον με εκείνο του Τζων Μακ Δούαλλ. Κατά το παρόν εργάζονται μόνον περί τους πεντήκοντα εργάτας ασχολούμενοι εις την τοποθέτησιν και τακτοποίησιν των μηχανών, εντός ολίγου το προσωπικό αυτού διπλασιάζεται.»
Ιδρυτής του μηχανουργείου υπήρξε ο Αχιλλέας Κούπας, γιος του Σπυρίδωνος Κούπα, πλοιοκτήτη και εμπόρου με καταγωγή από την Κεφαλονιά και της Αικατερίνης Καλογερά, με καταγωγή από την Λέσβο, όπου άλλωστε γεννήθηκε ο Αχιλλέας Κούπας. Οι οικονομικές δυσχέρειες της οικογένειας ώθησαν τον Σπυρίδωνα Κούπα να εμπορευτεί σιτηρά στην Κωνσταντινούπολη και τη Μαύρη Θάλασσα. Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο, ο Σπυρίδων Κούπας γίνεται μόνιμος υπάλληλος στο σιτεμπορικό γραφείο των Μάρκου και Αλεξάνδρου Σεβαστόπουλου στην Οδησσό. Περί το 1865, ο Σπυρίδων επέστρεψε στην Λέσβο, λόγω του αιφνίδιου θανάτου της συζύγου του. Οι τέσσερις γιοι του Σπυρίδωνος Κούπα ακολούθησαν διαφορετικολυς δρόμους ο κάθε ένας. Ο Γρηγόριος Κούπας στα τέλη της δεκαετίας του 1850 ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του εργαζόμενος στο υποκατάστημα των προαναφερθέντων Αδελφών Σεβαστόπουλου, ο Επαμεινώνδας Κούπας επίσης μετοίκησε στην Ρωσία, ο Πανάρετος Κούπας ακολούθησε ιερατικό επάγγελμα στην Σμύρνη, ενώ ο μικρότερος Αχιλλέας Κούπας, μετέπειτα ιδρυτής του πειραϊκού μηχανουργείου, επέστρεψε στην Ελλάδα το 1877 και ένα χρόνο αργότερα προσελήφθη ως μηχανικός στη γαλλική Εταιρεία των Μεταλλείων Λαυρίου.
Το 1882 ο Αχιλλέας Κούπας έχοντας την οικονομική συμπαράσταση των μεγαλυτέρων αδελφών του ίδρυσε σε ιδιόκτητο οικόπεδο στον Πειραιά το μηχανουργείο με την επωνυμία «Η Εργάνη Αθηνά», επί της οδού Ασκληπιού 25, όπισθεν του νηματουργείου Βολονάκη. Υπήρξε το μακροβιώτερο μηχανουργείο, αφού λειτούργησε έως το 1940.
Το μηχανουργείο «ΡΟΣΤΡΟ» του Γιάννη Ροντήρη
Πειραιάς, 1923. Τρεις νεαροί μηχανικοί, απόφοιτοι των νυχτερινών τεχνικών σχολών του Πειραϊκού Συνδέσμου, αποφασίζουν μια κοινή επένδυση.
Ο πρώτος είναι ο Γιάννης Ροντήρης, γόνος αστικής οικογένειας του Γαλαξειδιού, αδελφός του θεατρικού σκηνοθέτη Δημήτρη Ροντήρη αλλά και του μετέπειτα Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Νίκου˙ ο δεύτερος, ο Μιχάλης Στρουμπούλης και ο τρίτος (η Σια της επωνυμίας), ο Γεώργιος Δράκος (χωρίς σχέση με τον γνωστό Δράκο της Ιζόλα). Οι δουλειές πηγαίνουν καλά και λίγα χρόνια αργότερα, το 1928, οι τρεις συνέταιροι αποφασίζουν να αγοράζουν το κτίριο του μηχανουργείου Μαστραντώνη στον Πειραιά και να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στον μηχανοκατασκευαστικό κλάδο. Το εξοπλίζουν με νέα, σύγχρονα μηχανήματα και προσθέτουν στο πέτρινο ισόγειο κτίριο έναν πρώτο όροφο, στηριγμένο σε κολώνες από -τι άλλο;- από μπετό. Ακολουθούν και άλλες κτιριακές προσθήκες. Τη δεκαετία του 1930, η επιχείρηση λειτουργεί πλέον ως πλήρες μηχανουργείο, με όλα τα τμήματα παραγωγής: μοντελάδικο, μηχανουργείο, λεβητοποιείο, ένα μικρό χυτήριο. Κι ακόμη, επιταγή μιας νέας εποχής, ένα σύγχρονο σχεδιαστήριο με καλά καταρτισμένους σχεδιαστές.
Το μηχανουργείο του Ροντήρη ανήκει σε μια δεύτερη γενιά μηχανουργείων, πολύ διαφορετική από την πρώτη. Το ίδιο το ιστορικό πλαίσιο έχει εντελώς ανατραπεί από την εποχή του Βασιλειάδη και του Τζον Μακ Δούαλ. Στον τεχνολογικό τομέα (αν και ασφαλώς όχι μόνο σε αυτόν) οι αλλαγές υπήρξαν κοσμογονικές: δεύτερη βιομηχανική επανάσταση, εξηλεκτρισμός, μηχανή εσωτερικής καύσεως.

Η εποχή της ατμοκίνησησης έχει τελειώσει. Για τα μηχανουργεία, το πέρασμα από την ατμομηχανή στην πετρελαιομηχανή μεταφράζεται σε απώλεια ενός σημαντικού μερίδιου της εγχώριας αγοράς μηχανημάτων. Η παρατήρηση αυτή έχει διπλή βαρύτητα: συμβολική, με την έννοια ότι ο κινητήρας είναι η καρδιά του μηχανολογικού εξοπλισμού, η κινητήρια δύναμη της βιομηχανίας, αλλά και ουσιαστική, καθώς το πέρασμα από την ατμομηχανή στην πετρελαιομηχανή συμπαρέσυρε βαθύτερες, δομικές αλλαγές στο βιομηχανικό τομέα, ανατρέποντας συνολικά τις σχέσεις των μηχανουργείων με την εγχώρια αγορά. Αλλά και η ζωή συνολικά, σε όλες της τις εκφάνσεις, έχει εισέλθει άλλωστε σε μια νέα εποχή, με μια νέα, δική της αισθητική. Βρισκόμαστε στην καρδιά του Μεσοπολέμου.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο, τα ελληνικά μηχανουργεία, που έχουν ουσιαστικά «χάσει» το μερίδιο της αγοράς που αντιπροσωπεύουν οι νέοι κινητήρες, θα στραφούν μαζικά από τη διαφοροποίηση στην εξειδίκευση.
Μεταπολεμικά, η επιχείρηση στράφηκε σε έναν άλλο εξειδικευμένο τομέα παραγωγής: την κατασκευή εξοπλισμού για την παραγωγή τεχνητής μετάξης. Τα μηχανήματα αυτά προορίζονταν μάλιστα σε έναν και μοναδικό πελάτη, την ΕΤΜΑ (Εταιρεία Τεχνητής Μετάξης). Η ΕΤΜΑ εξελίχθηκε σταδιακά σε βασικό πελάτη του μηχανουργείου, και οι παραγγελίες της έφτασαν να αγγίξουν το 70% του κύκλου εργασιών της επιχείρησης. Η προφανής σχέση αλληλεξάρτησης που είχε εδραιωθεί ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις δεν είχε καλή κατάληξη: Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, οι δυσκολίες που αντιμετώπισε η ΕΤΜΑ μετά από άδεια που δόθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών για αθρόα ατελή εισαγωγή τεχνητής μετάξης, μετακύλησαν στη Ρόστρο. Ασφυκτιώντας μέσα σε ένα τόσο στενό και προβληματικό επιχειρηματικό περιβάλλον, η επιχείρηση έκλεισε οριστικά το 1956, μετά από μια διετία αναγκαστικής διαχείρισης.
Μέχρι τις αρχές του ’80, το όνομα Ροντήρης, για τους τεχνικούς του Πειραιά, συνιστούσε θρύλο, κι ας είχε κλείσει είκοσι πέντε χρόνια πριν. Για τους τότε μηχανουργούς, η προϋπηρεσία «στου Ροντήρη» ήταν τίτλος τιμής, δείκτης υψηλής τεχνογνωσίας.
Δεκάδες μεταπολεμικά μηχανουργεία οφείλουν σε αυτό την ύπαρξη, την ιστορία, τη γνώση και το κύρος τους.
Από εκεί γεννήθηκαν η Δράκος – Πολέμης, στον χώρο των αντλιών, η Γαβαλάς, στον χώρο των μηχανημάτων λατομείων, η Δημήτρης Ρήγος, στα μηχανήματα σχισίματος μαρμάρων, η ΜΕΛΚΑ ΕΠΕ, στα βαρούλκα πλοίων, η Κόκκοτας-Λιώρης, στην υψηλής ποιότητας μαστορική χύτευση χειρός, κ.ά.
Πόσοι γνωρίζουν πως εκείνο το μηχανουργείο δεν υπήρξε παρά ένα βήμα, στο προπολεμικό όραμα του Γιάννη Ροντήρη, για την προκατασκευή μεταλλικών πλοίων, που διέκοψε ο πόλεμος και κατασπάραξε μετά η οικονομικο – πολιτική διαπλοκή; Τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά του Νιάρχου και τα ναυπηγεία Ελευσίνας του Ανδρεάδη δεν θα υπήρχαν χωρίς το καταρτισμένο τεχνικό και επιστημονικό δυναμικό της ΡΟΣΤΡΟ και τις πρωτοβουλίες του Ροντήρη.
Αυτός ο ευγενής ευπατρίδης έφυγε άγνωστος το 1976, αφού δαπάνησε ικμάδα, σχεδιαστικό-μηχανουργικό ταλέντο και περιουσία, στο όραμα μιας παραγωγικά αυτοδύναμης πατρίδας.
Η συνεισφορά του ουδέποτε αναγνωρίστηκε.
