Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

“Ο θάνατος της επαφής και οι μηχανές του διαβόλου”

“Πέρασα μια ώρα στην τράπεζα με τον πατέρα μου επειδή έπρεπε να μεταφέρει χρήματα. Δεν μπορούσα να αντισταθώ στον εαυτό μου και ρώτησα…

“Μπαμπά, γιατί δεν ενεργοποιούμε το internet banking σου;”. Απάντησε αμέσως. ”Γιατί να το κάνω αυτό; ρώτησε. ”Επειδή, τότε δεν θα χρειάζεται να περάσεις μια ώρα εδώ για πράγματα όπως μια απλή μεταφορά. Μπορείτε επίσης να κάνετε τις αγορές σας online. Θα ήταν όλα τόσο εύκολα!

“Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος που τον έβαλα στο “Net Banking”. Με ρώτησε: “Αν το κάνω αυτό, δεν θα χρειαστεί να βγω από το σπίτι;”,

“Ναι, ναι είπα. Του είπα ότι ακόμη και τα ψώνια μπορούν να παραδίδονται στην πόρτα τους!

Η απάντησή του με άφησε άφωνο. ”Από την ώρα που μπήκαμε σε αυτή την τράπεζα σήμερα, συνάντησα τέσσερις φίλους μου, μίλησα λίγο με το προσωπικό που με γνωρίζει πολύ καλά .Ξέρεις ότι είμαι μόνος… αυτή την παρέα χρειάζομαι. Μου αρέσει να ετοιμάζομαι και να έρχομαι στην τράπεζα. Έχω αρκετό χρόνο, είναι το φυσικό άγγιγμα που λαχταρώ. Πριν δύο χρόνια αρρώστησα, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού από το οποίο αγοράζω φρούτα, ήρθε να με δει και κάθισε κοντά στο κομοδίνο μου και έκλαψε.

Όταν η μαμά σου έπεσε κάτω πριν λίγες μέρες ενώ έκανε τον πρωινό της περίπατο, ο μπακάλης μας την είδε και αμέσως πήρε το αυτοκίνητό του για να την φέρει σπίτι, καθώς ξέρει που μένουμε. Θα είχα αυτό το “ανθρώπινο” άγγιγμα αν όλα έμπαιναν online; Γιατί να θέλω τα πάντα να μου δοθούν και να με αναγκάσουν να αλληλεπιδρώ μόνο με τον υπολογιστή μου;”.

Πόσο δίκιο έχει! Η τεχνολογία δεν είναι ζωή! Να περνάς χρόνο με ανθρώπους. Όχι με τις συσκευές!”…

Φίλτατε, η μητέρα μου έζησε εικοσιοκτώ χρόνια εν χηρεία. Έμεινε μόνη της πολλά χρόνια, δεν θέλησε να έλθει να μείνει μαζί μας και , στα στερνά, προσλάβαμε μια κυρία από την Βουλγαρία για να της κάνει συντροφιά. Έζησε μέχρι τα 96 της. Σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής της, κατέβαινε στον Πειραιά από τον Κορυδαλλό, για να πάμε μαζί στην Τράπεζα και να πάρει την σύνταξή της. Δηλαδή για να κάνει την βόλτα της, να μιλήσει με την ταμία, με την οποία ανέπτυξε πολύ γρήγορα σχέσεις και της άφηνε πάντα ένα “δωράκι” πριν απομακρυνθεί από το γκισέ.

“Γιατί παίρνεις την μαμά μαζί στην Τράπεζα; Γιατί δεν της μαθαίνεις πώς να χειρίζεται τον υπολογιστή και να κάνει τα πάντα χωρίς να χρειάζεται να βγαίνει έξω;” μου είπαν, επανειλημμένως, φίλοι και συγγενείς

Τους εξήγησα ότι όποτε ερχόταν, το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά και ότι εννέα στις δέκα φορές, όταν ξεμπερδεύαμε από την “Εθνική” της Καστέλας, καταλήγαμε στο “Πανόραμα” του Προφήτη Ηλία για ψαράκι. Η μαμά έφυγε, η Εθνική της πλατειούλας μας έκλεισε και εγώ ματαίως έψαξα να βρω πού μετετέθη η συμπαθέστατη ταμίας. Την έψαξα “per mare per teram” και τελικά, στο “Ναυτιλιακό” της Ακτής Μιαούλη με πληροφόρησαν ότι συνταξιοδοτήθηκε. “Τί την θέλατε;” με ρώτησε η υπάλληλος. Ήθελα να έρχομαι να την βλέπω και να μιλάμε για την μάνα μου!” της είπα και χαμογέλασε με νόημα…

Δημήτρης Καπράνος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *