Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

“Σαπάγκες έναντι κλασικών”

Κρανιές, και μάλιστα πολύ εύφορες, είχε στο Λουτροχώρι, στο χωριό της μάνας μου.

Περπατώντας λίγη ώρα έξω από το χωριό, τις έβλεπες κοντά στην “πηγή”.

Πηγή έλεγαν μια λιμνούλα, απ’ όπου ξεκίναγε ένα ποταμάκι.

Αυτό πέρναγε σύριζα από το οικόπεδο του παππού μου.

Σε ορισμένα σημεία, που γινόταν πλατύτερο, εγώ έβαζα ένα μαδέρι, οπότε “φούσκωνε” το νερό και κολυμπούσα …στα βαθειά.

Το νερό ήταν κρύο. Ήταν το ψυγείο των παραθεριστών! Όταν βάζαμε το καρπούζι μέσα, γινόταν μπούζι.

Τότε στο χωριό λειτουργούσαν τα ιαματικά λουτρά. Ερχόταν πολύς κόσμος, από όλες τις πόλεις της Μακεδονίας.

Οι πιο τακτικοί παραθεριστές ήταν από Θεσσαλονίκη, Βέροια και Νάουσα.

Οι κάτοικοι του χωριού διέθεταν προς ενοικίαση, όσα δωμάτια μπορούσαν. Με αυτό τον τρόπο βελτίωναν τα οικονομικά τους.

Πέρασα πολλά και αξέχαστα Καλοκαίρια στο Λουτροχώρι. Ξενοιασιά, παιχνίδι όλη μέρα, λαθραίο μπάνιο στα λουτρά, και γνωριμίες με κόσμο από… τις πόλεις!

Το μέρος ήταν παράδεισος για τα παιδιά. Εκτός από το ποταμάκι, είχε πολλά δένδρα, ποικιλίες φρούτων, και πουλιά, σμήνη πουλιών, κυρίως συκοφάγους.

Ένα Καλοκαίρι ο Άκης με την μητέρα του νοίκιασαν δωμάτιο σε μας. Μας προτίμησαν,… επειδή είχα κρεμασμένη στο λαιμό μου μια σφεντόνα. Αυτό το έμαθα αργότερα.

Γίναμε φίλοι με τον Άκη. Ήταν από την Θεσσαλονίκη. Έλεγε “ναι αμέ” και άλλα πρωτευουσιάνικα, τον θαύμαζα. Εμείς μιλάγαμε (sic) χωριάτικα!

Μια μέρα, για να του δείξω ότι ήμουν κάτι και εγώ, του είπα, “είμαι ο πρώτος μαθητής στην τάξη, εσύ τι είσαι;”.

Εγώ είμαι ο κατώτερος της τάξης, απάντησε. Μιλούσε σοβαρά. Πήρα τα πάνω μου!

Πιο πολύ όμως καμάρωσα, όταν μου ζήτησε να του φτιάξω σφεντόνα, και κυρίως να του μάθω να κυνηγάει συκοφάγους, όπως εγώ.

Σαν αντάλλαγμα εκείνος θα μου έδινε ένα κλασικό “Γκαούρ – Ταρζάν”.

Δεν το πολυσκέφτηκα. Βρήκα μια ωραία τσατάλα (διχαλωτό κλαδί) κρανιάς, την περιποιήθηκα όμορφα όμορφα με το σουγιαδάκι, που πάντα είχα μαζί μου για τέτοιες περιπτώσεις, χρησιμοποίησα λάστιχα από μια παλιά σαμπρέλα φορτηγού αυτοκινήτου, και κάναμε την τράμπα.

Ο Άκης δεν είχε ιδέα από “σαπάγκες”, έτσι τις λέγαμε τις σφεντόνες στο χωριό μας.

Του έδειξα όσο μπόρεσα, πώς να την χρησιμοποιεί, και αφού είπε “άσε ξέρω – ξέρω”, φύγαμε για συκοφάγους.

Ο έρμος όμως, τεντώνοντας τα λάστιχα, αντί να κρατήσει την τσατάλα σταθερή στο χέρι του, κράτησε το πετσί με την πέτρα. Του ήρθε η τσατάλα με δύναμη στα μάτια.

Αίματα, πανικός, κλάματα. Τρέξαμε στο σπίτι. Φοβήθηκα πολύ. Αισθανόμουν ένοχος.

Η μάνα του να με φάει!

Με τα πολλά δέχθηκε τις εξηγήσεις του Άκη, …οπότε τις άρπαξε εκείνος.

Πέρασαν μέρες μέχρι να ξεχαστεί το συμβάν, όμως επειδή του άρεσε το κυνήγι μου ζήτησε να του φτιάξω άλλη σφεντόνα, την πρώτη βλέπεις την έκαψε η μάνα του.

Αυτήν θα την έκρυβε κάτω από τις γλάστρες της γιαγιάς μου.

Σιγά σιγά τα κατάφερε ο Άκης, και έγινε κυνηγός!

Έλα όμως που εμένα μ’ έπιασε το “διαβαστικό” μου, και για να πάω μαζί του κυνήγι ζητούσα κάθε φορά κάποιο κλασικό!

Είχε πολλά εκείνος.

Πού εμείς τέτοια πολυτέλεια…

Σήμερα καθώς κλάδευα, είδα ένα διχαλωτό κλαδί, που με γύρισε πολλά χρόνια πίσω.

Θυμήθηκα τα παλιά, και μελαγχόλησα! Έχουν δίκιο που λένε, ότι “η μνήμη είναι γειτόνισσα των τύψεων”.

Και έχω πολλές τύψεις για τα πουλάκια που σημάδεψα, όταν ήμουν μικρός.

Όσο για το πάθημα του Άκη, αξιοποιήθηκε με άλλον τρόπο, έγινε ανέκδοτο, “ναι αμέ”, τι νομίζατε, θα το άφηνα έτσι!

Νίκος Καρβουνάς

Πνευμονολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *