Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

ΦΩΤΙΕΣ… ΕΜΠΡΗΣΜΟΙ

Όταν ξεκινάω να γράψω ένα άρθρο, κατ’ αρχάς αντλώ τις εμπειρίες από τη ζωή μου και τούτο διότι όπως έχω επανειλημμένα αναφέρει δεν είμαι δημοσιογράφος ώστε να ακολουθώ ορισμένους κανόνες.

Πρέπει επίσης να αναφέρω για να μην παρεξηγηθώ ότι αυτά τα κατά διαστήματα σημειώματα που δημοσιεύω είναι σκέψεις μου, απορίες μου και ερωτηματικά που προκύπτουν από τις εμπειρίες της ζωής μου και από τα καθημερινά γεγονότα.

Φωτιές στην Ελλάδα είχαμε πάντοτε και φυσικά θα έχουμε άλλοτε περισσότερες και άλλοτε λιγότερες. Καλές και κακές φωτιές δεν υπάρχουν. Όλες είναι κακές. Από μικρό παιδί διδάχτηκα αυτό από την μητέρα μου γιατί μου το έθεσε απλά με μια μικρή ιστορία της.

Πριν γεννηθώ εγώ, από μια φωτιά στην αυλή του σπιτιού μας στο χωριό που είχε ανάψει για τη μπουγάδα, χωρίς και αυτή να το καταλάβει άρπαξε φωτιά η σκεπή του σπιτιού. Έβαλε τις φωνές, χτύπησε η καμπάνα και μαζεύτηκε κόσμος. Είναι αυτονόητο ότι ούτε πυροσβέστες υπήρχαν, ούτε υπηρεσίες γι’ αυτές τις δουλειές. Όλοι οι συγχωριανοί αντιλήφθηκαν τη φωτιά, πήραν του κουβάδες τους γεμάτους νερό και τους έριξαν στη στέγη. Αυτό βέβαια δεν ήταν αρκετό.

Περίπου σε 80 μέτρα απόσταση από το σπίτι, για καλή μας τύχη, υπήρχε ένα λιμνάρι (μια μικρή λιμνούλα) χωμάτινη που μάζευε το νερό από μια μικρή πηγή δίπλα της. Οι συμπατριώτες μας έκαναν αλυσίδα και οι κουβάδες ανέβαιναν γεμάτοι νερό. Έτσι έριχαν στη φωτιά και γύριζαν από την αλυσίδα να ξαναγεμίσουν. Η φωτιά δεν πρόλαβε να επεκταθεί και έτσι με τους κουβάδες, την προθυμία των συμπατριωτών και γειτόνων το λιμνάρι που ήταν δίπλα, δηλαδή όλες αυτές τις ευνοϊκές συγκυρίες η φωτιά έσβησε το σπίτι σώθηκε. Η ζημιά ήταν μικρή και το θέμα τελείωσε. Όμως για τη μητέρα μου η φωτιά αυτή δεν τελείωσε ποτέ. Κάθε φορά που άναβε φωτιά έτρεμε μην ξεφύγει καμιά σπίθα και στα κτήματα που μαγείρευε για τους εργάτες και άναβε φωτιά, σε χειμώνα αναφέρομαι. Σκέπαζε καλά με χώμα ότι έμενε από την φωτιά όταν τελείωνε το μαγείρεμα.

Η κατάληξη της ιστορίας από τη μητέρα μου όταν τη ρώτησα γιατί φοβάσαι τόσο πολύ, μου απάντησε: «Παιδί μου, ο κλέφτης μπαίνει, παίρνει και αφήνει πίσω του, η φωτιά όμως όπου περνάει δεν αφήνει πίσω της τίποτα.»

Από τότε σκέφτομαι πόσο οδυνηρό θα ήταν για τους γονείς μου αν καιγόταν το σπίτι τους. Επτά άτομα τι θα έκαναν χωρίς σπίτι;

Αντιλαμβάνομαι λοιπόν κάθε φορά που υπάρχουν φωτιές πόσο άδικο και πόσο σκληρό είναι να χάνει το σπίτι του και τα υπάρχοντά του και το σημαντικότερο την επομένη  να μην έχει ρούχα να αλλάζει.

Μεγαλώνοντας, η μοίρα το έφερε ώστε τις φωτιές τις έζησα δύο φορές και μάλιστα με σκληρό τρόπο. Την πρώτη είχαν εγκλωβιστεί στο σπίτι τους οι γονείς μου και ο αδελφός μου με την οικογένειά του μέσα στις φωτιές. Ώσπου να μάθω ότι είναι καλά και να φτάσω εκεί να τους δω έζησα έναν εφιάλτη.

Την δεύτερη φορά καιγόταν ο Πλάτανος το χωριό μου. Εκεί ζούσαν τα τρία αδέλφια μου με τις οικογένειές τους. Εκεί εγώ έχω φτιάξει ένα εξοχικό. Ευρισκόμουν στην Αθήνα όπου εργαζόμουν όταν εκδηλώθηκε φωτιά στην περιοχή. Όπως ήταν αναμενόμενο έφτασε στο χωριό μας αγωνία και η απόφαση μόλις τέλειωσε η δουλειά να φύγουμε με την γυναίκα μου και να πάμε στους ανθρώπους μου και το σπίτι μου. Φτάσαμε βράδυ. το χωριό είχε εκκενωθεί και μας σταμάτησαν 800 μέτρα από είσοδό του όπου συναντήσαμε κάποιους από τους συμπατριώτες μου και μου είπαν ότι οι δικοί μου είναι καλά και το σπίτι μου κάηκε. Οι πρώτες σκέψεις αντιλαμβάνεστε, μου έκοψαν τα πόδια μου, κόπηκε η ανάσα μου, ράγισε η καρδιά μου. Ένα σπίτι που έφτιαχνα δέκα χρόνια είχε καεί. Πέρασαν μερικά λεπτά της ώρας και οι σκέψεις πήραν άλλο δρόμο. Εμείς είμαστε  καλά οι δικοί μας άνθρωποι το ίδιο και το σπίτι ήταν ασφαλισμένο. Θα πάρουμε την αποζημίωση και βλέπουμε αρκεί να είμαστε καλά. Το σπίτι δεν είχε καεί, η φωτιά έφτασε μέχρι την Κορινθία και έκαιγε για εννέα ημέρες και κάποτε έσβησε. Καταστροφές πολλές. Το τέλος για μας καλό, για άλλους όχι.

Όμως το θέμα μου είναι οι φωτιές όχι οι παλιές αλλά όλες οι φωτιές.

Κάθε καλοκαίρι, η Ελλάδα βρίσκεται σε πύρινο κλοιό. Καλλιέργειες καταστρέφονται, ζώα καίγονται, σπίτια γίνονται παρανάλωμα της φωτιάς και εκατοντάδες, χιλιάδες εκτάσεις δάσους γίνονται κάρβουνο.

Εδώ ανακύπτει το πρώτο ερώτημα και μου έρχεται αμέσως η ιστορία της μητέρας μου που η φωτιά μπήκε, ανάφτηκε από την ίδια και από απροσεξία έφυγε και παρά λίγο να κάψει το σπίτι. Εδώ λοιπόν, έρχεται η πρώτη άμεση απάντηση. κάποιες φωτιές έρχονται από ανθρώπινο λάθος. Στην απάντηση αυτή 99% έχουμε άμεσο τον υπεύθυνο της πυρκαγιάς. Έχουμε το σημείο εκκίνησης που εντοπίζεται γιατί έχουν φτάσει γρήγορα άνθρωποι, θα υποδείξουν και το πρόσωπο, ή αυτό από μόνο του θα μιλήσει στις αρχές.

Εγώ προσωπικά καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι πυρκαγιές από αμέλεια, όπως λέγεται νομικά, έχουν ονοματεπώνυμο σχεδόν πάντα.

Εδώ χρειάζεται εκπαίδευση και ενημέρωση. Αν στα σχολεία, στα μικρά παιδιά, έλεγαν την ιστορία της μητέρας μου (ή κάποια πιο εξελιγμένη ιστορία) θα έμενε βαθιά στο μυαλό των παιδιών ότι η φωτιά είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να τύχει στον άνθρωπο. Όπου περάσει δεν αφήνει τίποτα ζωντανό.

Η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και όλα τα έντυπα υποχρεωτικά με νόμο σαν υποχρέωσή τους κάθε χρόνο, την περίοδο των πυρκαγιών, κάθε μέσο με δικό του σποτ θα ενημερώνουν τον κόσμο με μια ιστορία φωτιάς που δεν αφήνει ζωντανό τίποτα από όπου περάσει, παρά μόνο μαύρο τοπίο.

Γιώργος Β. Σιαφλάς

Ποιητής – Συγγραφέας

Πρόεδρος Ιδρύματος «Ελισάβετ Σιαφλά – Μπαλόγλου»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *