Λαουτάρης Εμμανουήλ
Ουτοπική πραγματικότητα
Αρχές Οκτώβρη, πρωϊνό, κι όμως σαν καλοκαίρι
κι εγώ σέρνω τα πόδια μου, στου λιμανιού τα μέρη.
Σ’ ένα μακρύ διάδρομο θολό, εισαγγελίας,
χάνομαι στο συναίσθημα μιας κάποιας ουτοπίας.
Άνθρωποι, ίδια μυρμηγκιά, τσιρίζουν και μιλάνε
άλλοι σπάν’ το κεφάλι τους, κι άλλοι δεν χολοσκάνε.
Μια μάνα μ’ ένα γιό χαζό, ψάχνοντας που και πόσα,
ζητά το ένα νούμερο, κι εδώ είν’ το διακόσα.
Δυό πιτσιρίκες ζουμερές στ’ άνετο συζητάνε
για κάποια αποπλάνηση, που μάρτυρες θα πάνε.
Ο δικηγόρος ο χοντρός με το σιέλ σακάκι,
απ’ τον ιδρώτα του ’γινε χάρτης του Ναγκασάκι.
Κι ύστερα βρέθηκα αλλού, σε δρόμους πού ’χαν ήλιο,
δεν είχα φύγει μακριά, κι όμως άλλο βασίλειο.
Στου πάρκου που συνάντησα, κάθισα το παγκάκι,
μια πεταλούδα στάθηκε δειλά σ’ ένα κλαράκι.
Μικρή ψυχή, χαράς πνοή, στο φαύλο μεσημέρι,
ίσως και να ’σουνα εσύ, πάλι ποιος να το ξέρει;
Εμμανουήλ Ι. Λαουτάρης
Από την ποιητική συλλογή
«Ζωγραφίζοντας με λέξεις»
Εκδόσεις Εριφύλη 2009
