Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

H ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΛΟΞΑΝΔΡΑ

Η Αγγελική ήταν πολύ χαρούμενη. Το αγόρι της ο Αιμίλιος είχε αποφασίσει να τη συστήσει στους γονείς του που μόλις είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη όπου έμεναν μόνιμα.

Είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν στο Σύνταγμα την Κυριακή το μεσημέρι για να φάνε όλοι μαζί.

Η Αγγελική αποφάσισε να τηλεφωνήσει στο σπίτι του Αιμίλιου για να συμφωνήσουν την ώρα συνάντησης.

«Παρακαλώ;» Ακούστηκε μια μπάσα φωνή.

«Είστε ο μπαμπάς του Αιμίλιου;» Ρώτησε ευγενικά το κορίτσι.

«Όχι, η μαμά του». Και μετά, «Αιμίλιε, έλα, σε ζητούν στο τηλέφωνο».

Η Αγγελική θα ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Ακόμη δεν την είχε γνωρίσει και την είχε προσβάλει, έστω και άθελά της. Όταν συναντήθηκαν με τον Αιμίλιο, δεν τόλμησε να αναφέρει τη γκάφα της. Φτάσανε στο σπίτι και ζεματισμένη περίμενε να συνάντηση τη μητέρα του.

Η πόρτα άνοιξε και μια μεγάλη αγκαλιά που μοσχομύριζε channel την τύλιξε. «Καλώς ήρθες ντζιέρι μου», άκουσε να της λέει με την μπάσα φωνή της.

«Μπρε Κατίνα πέρασε το κορίτσι μέσα και στρώσε τραπέζι», ακούστηκε να λέει ο πατέρας του Αιμίλιου.

Η Αγγελική μπήκε στο καλόγουστο σαλόνι. Την εντυπωσίασαν οι μεγάλες άνετες πολυθρόνες και τα πολλά μαξιλάρια. Η τραπεζαρία ήταν το ίδιο άνετη. Και εδώ πολυθρόνες και μαξιλάρια. «Μας αρέσει το χουζούρι», είπε χαμογελώντας η κυρία Κατίνα.

Το γεύμα ξεκίνησε με μεζέδες και ντούζικο, το ούζο, που λέμε εμείς. Ο κύριος Τζώνης, ο πατέρας του Αιμίλιου, ήταν πολύ περιποιητικός. «Αγγελική, δοκίμασε από αυτόν τον παστουρμά. Είναι μαγεία, αλλά και το σουτζούκι δεν πάει πίσω, έλα μπρε τζάνεμ, δοκίμασε τα ντολμαδάκια και την Καισάρια. Η μαμά είναι ειδική στις πίτες. Σκέψου, πως όποια φίλη της κάνει τραπέζι της λέει. Κατινάκι, εγώ δεν θέλω δώρο μόνο την πίτα Καισάριας και τα μπουρεκάκια σου να μου φέρεις».

Το κυρίως πιάτο ήταν κρέας κοκκινιστό, το ρόστο, όπως το αποκάλεσε η κυρία Κατίνα και το συνόδεψε με μελιτζανοπουρέ, το λεγόμενο χουνκιάρ μπεγιεντί. Η Αγγελική δεν είχε δοκιμάσει ποτέ τόσο καταπληκτικό φαγητό. Το εσωτερικό της μελιτζάνας, λιωμένο, είχε ανακατευτεί με φρέσκο βούτυρο και διάφορα πικάντικά τυριά, φροντίζοντας στο κάτω μέρος του να υπάρχει μια νόστιμη τραγανή κρούστα. Σερβιρίστηκε το ρόστο και πάνω στον πουρέ, η κυρία Κατίνα, έβαλε μπόλικη μυρωδάτη σάλτσα. Το γεύμα τελείωσε με διάφορα είδη σιροπιαστών γλυκών και μυρωδάτο ελληνικό καφέ. «Όταν θα ξανάρθεις θα σου μαγειρέψω μπακαλιάρο τηγανιτό, χωρίς ίχνος κόκκαλου και μια σκορδαλιά με σαν φιστίκ (δηλαδή αιγινίτικο φιστίκι), καρύδι και κουκουνάρι» Υποσχέθηκε στην Αγγελική η κυρία Κατίνα.

Η Αγγελική άρχισε να επισκέπτεται συχνά την κυρία Κατίνα. Της άρεσε ο τρόπος που αντιμετώπιζε το κάθε τι. Ένα απλό γεγονός το μετέτρεπε σε πάρτι και όλοι περνούσαν καλά. Όπως εκείνη την ημέρα που την προσκάλεσε στο σπίτι της για να της κάνει ορθοπεδικό πεντικιούρ η πεντικιουρίστα της. Η Αγγελική δεν κατάλαβε γιατί την προσκάλεσε αλλά επειδή την συμπαθούσε πήγε. Ήταν μια έκπληξη. Στο σαλόνι ήταν και άλλες τρεις κυρίες που περιμένανε να φτιάξουν τα νύχια τους. Όταν η κυρία Μαρίκα η πεντικιουρίστα τελείωσε με όλες τις επισκέπτριες, οι οποίες την πλήρωσαν, η κυρία Κατίνα έστρωσε έναν καταπληκτικό μπουφέ με τουλάχιστον δέκα πέντε είδη μεζέδων και άφθονα γλυκά, ενώ στο σαμοβάρι υπήρχε πεντανόστιμο αχνιστό τσάι. «Άντε κορίτσια», τους είπε, «ας πιούμε ένα τσαγάκι και όποια θέλει ελληνικό καφεδάκι, εδώ είμαι εγώ».

Η κυρία Κατίνα, ήταν ο άνθρωπος που αγάπησε πολύ η Αγγελική, μετά από τη μητέρα της και τον Αιμίλιο. Μεγαλομένη στην Πόλη είχε τελειώσει την Λεόντειο και λάτρευε να παίζει πιάνο. Δυστυχώς όταν ήρθε στην Ελλάδα δεν το έφερε μαζί της γιατί το σπίτι δεν ήταν τόσο μεγάλο όσο της Πόλης. Είχε όμως κρατήσει για ενθύμιο τις παρτιτούρες της. Φρόντιζε να είναι πάντοτε περιποιημένη, με καλοχτενισμένα μαλλιά κόκκινο κραγιόν και ασορτί νύχια. Ο κύριος Τζώνης, ο πατέρας του Αιμίλιου, είχε τελειώσει το Ζωγράφειο, μίλαγε άπταιστα αγγλικά, γαλλικά και εργαζόταν ως πραγματογνώμονας σε μια πολυεθνική γαλλική εταιρεία τη Surveyance.

«Πώς να μας χωνεύουν οι Τούρκοι”, συνήθιζε να λέει η κυρία Κατίνα. «Όλο το εμπόριο είναι στα χέρια των Ελλήνων και οι περισσότερες τούρκικες οικογένειες υπηρετούν εμάς. Δεν είναι λογικό να μας μισούν; Εμείς βέβαια θεωρούμε ότι έχουν άδικο. Ας προσπαθήσουν και αυτοί να σπουδάσουν. Όλες οι Ελληνικές οικογένειες προσπαθούν να μορφώσουν τα παιδιά τους. Ας το κάνουν και αυτοί. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν τους βρήκαμε, μας βρήκαν. Άσε που έχουν δώσει τούρκικα ονόματα σε όλα τα βυζαντινά φαγητά. Τι ήξεραν από φαγητά οι τούρκοι. Αυτοί καλά καλά δεν ήξεραν ούτε τη φωτιά. Τρώγανε κρέας που αφού σφάζανε και γδέρνανε το ζώο, το τοποθετούσαν κάτω από τη σέλα του αλόγου τους για να ψηθεί από τον ιδρώτα του αλόγου. Έτσι ξεκίνησε ο παστουρμάς. Δεν έχουν τίποτα δικό τους. Όλα είναι κλεμμένα. Τα σχολεία και τα φαγητά από τους Έλληνες, τα γλυκά κυρίως από τους Άραβες. Ακόμη και το χώμα που πατούν δεν τους ανήκει. Το κατέχουν. Άλλαξαν τα ονόματα των Ιωνικών πόλεων, αλλά δεν τα κατάφεραν να σβήσουν τις μνήμες από τους λαούς. Την Αλικαρνασσό την λένε τώρα Μπόντρουμ. Ε, και; Εγώ δεν έχω ακούσει ποτέ κανένα να λέει ο Ηρόδοτος από το Μπόντρουμ. Όλοι λένε ο Ηρόδοτος από την Αλλικαρνασσό. Προσπάθησαν τον Όμηρο να τον πούνε Ομέρ. Εδώ πέσανε παγκοσμίως να τους φάνε όλοι οι επιστήμονες. Ακόμη και η αλλαγή της ονομασίας της Κωνσταντινούπολης σε Ιστανμπούλ, είναι παράφραση της ελληνική φράσης ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΛΗ. Και ποιοι παρακαλώ είναι οι ήρωες τους; Ο αιματοβαμμένος Αττίλας και ο πειρατής Μπαρμπαρός. Αυτοί είναι οι τούρκοι. Πειρατές, άρπαγες και με αίσθημα κατωτερότητας. Πριν λίγο καιρό ένας γείτονάς μας στην Πόλη τελείωσε ιατρική.

Παγκοσμίως οι νέοι γιατροί δίνουν τον όρκο του Ιπποκράτη. Η Τουρκία είναι η μόνη χώρα παγκοσμίως που οι απόφοιτοι γιατροί της δεν δίνουν τον όρκο του Ιπποκράτη. Γιατί άραγε;»

Αυτά και άλλα πολλά έλεγε η μαμά Κατίνα. Μια γλυκιά, ευαίσθητη γυναίκα, που αγαπούσε όλο τον κόσμο και είχε μια γλυκιά αγκαλιά και έναν καλό λόγο για όλους.

Η Αγγελική, στα χρόνια που ακολούθησαν προσπάθησε να μάθει όσο μπορούσε περισσότερες συνταγές και να ακολουθεί στις συμβουλές της σε ότι είχε σχέση με το μαγείρεμα.

«Η κουζίνα θέλει χάδι. Όχι βιασύνη. Το φαγητό πριν σερβιριστεί πρέπει να μείνει τουλάχιστον μία ώρα στην κατσαρόλα ή στο φούρνο για να αγκαλιαστούν τα υλικά του και να γίνει νόστιμο.

Μην βάζετε στη μελιτζάνοσαλάτα άλλα υλικά, εκτός από λίγο κρεμμύδι, λίγο σκόρδο, λεμόνι, λάδι και αλάτι. Θα αλλοιωθεί η γεύση της.

Τα ντολμαδάκια θέλουν πολύ κρεμμύδι, λίγο άνηθο, λίγο δυόσμο. Όταν φτιάχνετε ντολμαδάκια να μετράτε με ένα κουταλάκια του γλυκού τα λαχανικά και όσα κουταλάκια βγουν, να υπολογίζετε τα μισά σε ρύζι. Γιατί το ρύζι φουσκώνει, πληθαίνει και χάνονται οι γεύσεις των λαχανικών. Το ίδιο ισχύει και για τα γεμιστά.

Στα όσπρια και στα φρέσκα λαχανικά, να βάζετε το κρεμμύδι να αχνιστεί, αμέσως το λάδι. Στις φακές, ένα κουταλάκι του γλυκού ρίγανη και μετά τη ντομάτα λιωμένη.

Να χρησιμοποιείται άφθονο κρεμμύδι στα φαγητά και να μην το τσιγαρίζετε. Μόνο να το αχνίζετε.

Αυτά και πολλά άλλα έλεγε η μαμά Κατίνα και δεν είχε άδικο.

Η Αγγελική την άκουγε με θρησκευτική ευλάβεια, δεν την ξέχασε ποτέ και μέχρι τώρα τηρεί σχολαστικά τις συμβουλές της.

Σοφία Ησυχίδου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *