Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

“Όταν τα όνειρα ολοκληρώνονται”

Φουριόζα η Άνοιξη, έφτασε απρόσκλητη όπως πάντα. Ξεχύθηκε μέσα από τα παράθυρα, και σκόρπισε αρώματα από τα λουλούδια της αυλής.

Η Βίκη την ένιωσε να γαργαλάει τις άκρες των δαχτύλων της, στα σημεία που κρατάει τα πινέλα με τα χρώματα.

Στάθηκε μπροστά στους μισοτελειωμένους καμβάδες. Τους είχε ακουμπισμένους στην άκρη του δωματίου πρόχειρα, σαν παλιές υποσχέσεις που δεν τις τήρησε ποτέ. Ο καθένας από αυτούς έκρυβε ένα όνειρο που είχε κάποτε φανταστεί, αλλά δεν τόλμησε να ολοκληρώσει.

Άγγιξε εκείνον με την σκιά από γκρίζο και γαλάζιο. Μια φιγούρα που δεν είχε αποκτήσει ακόμα πρόσωπο. Τι ήθελε να πει τότε; Ποια ιστορία ήθελε να διηγηθεί και την άφησε ατέλειωτη; Πού να θυμόταν τώρα!

Κάθε Άνοιξη έκανε το ίδιο. Έβγαζε τα χρώματα, ξεκινούσε κάτι, έδινε σχήμα σε νέες σκέψεις, για να τις εγκαταλείψει χωρίς να τις ολοκληρώσει. Ερχόταν το Καλοκαίρι και την τραβούσε αλλού, η θάλασσα την ξεμυάλιζε. Μετά, το Φθινόπωρο την έβρισκε ήδη μελαγχολική, και ο Χειμώνας, αδιάφορος, σκυθρωπός, δεν της δημιουργούσε έμπνευση.

Η φετινή όμως Άνοιξη είχε κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν μόνο τα αρώματα και ο ήλιος που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο. Ήταν η αίσθηση ότι είχε κουραστεί να ζει με μισές ιστορίες.

Πήρε το πινέλο, το βούτηξε σε μια παλέτα, και σιγά σιγά η φιγούρα πάνω στον καμβά απέκτησε πρόσωπο. Οι σκιές έγιναν πιο έντονες, το φως πήρε την θέση του. Τα μάτια της μορφής, σαν να ήθελαν κάτι να της πουν…

Η Βίκη ένιωσε ένα ρίγος, ένα μούδιασμα που δεν ήξερε αν ήταν φόβος ή ενθουσιασμός. Καιρό είχε να δει κάποιο της όνειρο να παίρνει σάρκα και οστά.

Συνέχισε να ζωγραφίζει, χωρίς να σκέφτεται το τέλος. Οι πινελιές της μιλούσαν για όλα εκείνα που κάποτε φοβόταν να παραδεχτεί. Για τα Καλοκαίρια που έσβηναν απότομα, για τις θάλασσες που της έκλεβαν την σκέψη, για τους Χειμώνες που την έβρισκαν πάντα απροετοίμαστη.

Δεν ήξερε αν αυτή την φορά θα ολοκλήρωνε τον πίνακα. Μπορεί να τον άφηνε πάλι μισό, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Ίσως να τον έκρυβε ξανά στην άκρη του δωματίου, αφήνοντάς τον να ξεθωριάζει μαζί με τα υπόλοιπα αφημένα όνειρα.

Όμως…, κάτι μέσα της είχε αλλάξει. Οι πινελιές έμοιαζαν με σίγουρες κινήσεις που δεν δίσταζαν να αφήσουν το σημάδι τους. Ο χρόνος δεν είχε σημασία, ούτε το αποτέλεσμα. Το μόνο που είχε σημασία ήταν το χρώμα που απλωνόταν στον καμβά, η ροή των γραμμών, η ανάσα της δημιουργίας.

Η Άνοιξη χαμογελούσε μέσα από τις πινελιές της.

Επιτέλους, είχε ξεκινήσει να ολοκληρώνει κάτι πολύ πιο σημαντικό, την ανάγκη να ζει κάθε στιγμή, χωρίς να την αφήνει στην μέση.

Νίκος Καρβουνάς

Πνευμονολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *