Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

“Κατασκήνωση, ένα απωθημένο όνειρο”

Κανά δυο χρονιές είχε έρθει η Υγειονομική Υπηρεσία και εξέτασε τους μαθητές των μεγάλων Τάξεων. Δεν ξέραμε τον λόγο. Οι μεγάλοι μιλούσαν σιγανά μεταξύ τους, λες και ήταν κάτι σοβαρό, που δεν έπρεπε εμείς τα παιδιά να το γνωρίζουμε.

Με το που κλείσανε τα Σχολεία, επτά – οκτώ μαθητές έφυγαν για κατασκήνωση. Δεν ξέρω πού, ίσως σε μια ορεινή περιοχή πάνω από την Έδεσσα. Έλεγαν ότι τους διάλεξαν με βάση το μειωμένο σωματικό τους βάρος, την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, και άλλα κοινωνικά κριτήρια. Μερικοί ψιθύριζαν ότι, λόγω γνωριμιών, κάποιοι προτιμήθηκαν χωρίς να το αξίζουν. Εκείνη την εποχή, όλα ήταν πιθανά. Δεν υπήρχαν Σχολικές Επιτροπές, ούτε γονείς που θα έβαζαν τις φωνές. Άμα ήσουν μέσα, ήσουν μέσα. Άμα έμενες απ’ έξω, τέλειωσε.

Όταν γύρισαν, τους κοιτάζαμε αλλιώς. Είχαν κάτι διαφορετικό πάνω τους, κάτι που τους έκανε να ξεχωρίζουν. Μιλούσαν μεταξύ τους έχοντας ένα κοινό δέσιμο, ένα μυστικό που δεν μπορούσαμε οι άλλοι να το καταλάβουμε.

Στα διαλείμματα των παιχνιδιών διηγούνταν διάφορες ιστορίες. Για έναν επόπτη που τους επέβαλε συγκεκριμένη ώρα ύπνου, κι εκείνοι δεν υπάκουαν, και τους έπιανε νευρικό γέλιο κάτω από τις κουβέρτες. Για τις κουκουνάρες που κρεμούσαν έξω από τις πόρτες των υπευθύνων, για τα σώβρακα των παιδιών από τα άλλα χωριά, που τα έκρυβαν μέσα στους θάμνους… Τις έλεγαν και γέλαγαν με καμάρι, ενώ εμείς τους ακούγαμε μαγεμένοι.

Ζήλευα!

Ήθελα να ήμουν κι εγώ εκεί. Να ήμουν από τα παιδιά που επιλέχθηκαν. Να μυρίσω την μυρωδιά της κατασκήνωσης, να νιώσω την υγρασία της νύχτας. Να γνωρίσω κι άλλον κόσμο. Να τρέξω και γω στην τραπεζαρία για πρωινό…

Κάποια φορά αναφέρθηκαν στην κρέμα. Την έδιναν λέει κάθε βράδυ, σε μεγάλη μερίδα, και εκείνοι την πετούσαν στις γλάστρες της αυλής, γιατί δεν τους άρεσε. Σοκαρίστηκα. Εγώ θα τις έτρωγα όλες. Τόσο πολύ μου άρεσε η κρέμα! Φανταζόμουν να στέκομαι κι εγώ μπροστά από το μεταλλικό τραπέζι, να μου γεμίζουν το πιάτο με εκείνη την ζεστή, βελούδινη λιχουδιά και να την τρώω ως την τελευταία κουταλιά…

Μια μέρα ήρθε η κουβέντα στην προσευχή που τους την έμαθαν εκεί: “Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας…”. Και άρχισαν να την λένε όλοι μαζί, όπως στην κατασκήνωση, με ρυθμό, σαν τραγούδι. Δεν την είχα ξανακούσει. Τους κοιτούσα αποσβολωμένος.

Τις επόμενες ημέρες τους παρακαλούσα να μου την μάθουν. Ήθελα να ξέρω, να ανήκω, να γίνω κι εγώ ένα με την Ομάδα τους.

Ζήλευα σας λέω!

Νίκος Καρβουνάς

Πνευμονολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *