Υπάρχει μια “Λώρα” μέσα μας, αρκεί να την βρούμε
Το αλίευσα από τα “σόσιαλ”,όπου δημοσιεύθηκε με την υπογραφή “Μπέσσυ Γιαννοπούλου”. Συνυπογράφω και επαυξάνω.
“Η Λώρα, 16 χρονών, από την Πάτρα, έπλεκε στο μάθημα.
Ό,τι έφτιαχνε, το πουλούσε. Πουλούσε και βιβλία. Δάνειζε πράγματα με λεφτά. Μάζευε κάθε ευρώ, σαν κάποιος που χτίζει σκαλί – σκαλί να βγει από πηγάδι.
Όλοι μιλάνε για την εξαφάνισή της. Κανείς δεν μιλάει για τη δύναμή της.
Αυτό το κορίτσι, που στα 13 ζήτησε να πάει κομμωτήριο και ο πατέρας την κούρεψε με την ψιλή σαν αγόρι. Που στην εκδρομή στο Ναύπλιο δεν είχε για φαγητό.
Δεν έφυγε σε μια στιγμή παρόρμησης. Σχεδίαζε. Υπολόγιζε. Υπέμενε.
Για μήνες, ίσως χρόνια, κουβαλούσε ένα μυστικό σχέδιο που κανείς δεν έβλεπε.
Η Λώρα δεν ήταν θύμα που κατέρρευσε. Ήταν στρατηγός που οργάνωνε την απόδρασή της με τα μόνα όπλα που είχε: βελόνες, νήμα και υπομονή.
Αυτό έχει όνομα: ψυχική ανθεκτικότητα. Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα πιο σκληρό. Δεν χρειάζεται να φύγεις από μια Πάτρα για να εξαφανιστείς. Πολλοί εξαφανίζονται χωρίς να φύγουν από τον καναπέ τους.
Απαντάνε “είμαι καλά” σε όποιον ρωτάει. Χαμογελάνε στις φωτογραφίες. Και μέσα τους έχουν φύγει εδώ και χρόνια.
Η Λώρα τουλάχιστον έπλεκε μια έξοδο. Άλλοι επιβιώνουν χωμένοι σε ψυχικές κρυψώνες, προστατεύοντας τον αληθινό εαυτό τους.
Η επιβίωση δεν είναι ζωή. Και ό,τι έμαθες, μπορείς να το ξεμάθεις. Η Λώρα ναι, χρειάστηκε δύναμη για να φύγει. Αλλά το να μένεις και να γίνεσαι ορατός χρειάζεται ακόμα περισσότερη”.
Ένα υπέροχο κείμενο, ένας “φούσκος” στο μάγουλο μιας γελοίας κοινωνίας, που θεωρεί μια δεκαεξάχρονη γυναίκα αυθωρεί “θύμα”, που οργανώνει “αποστολές” για να την βρει και να την “παραδώσει”, που στέλνει τα γνωστά “¨μαρκούτσια” να μιλήσουν με γείτονες, με μάγισσες, με χαρτορίχτρες, για να βρουν πού είναι η Λώρα”.
Η Λώρα, επέλεξε να φύγει από ένα σπίτι που δεν την χωρούσε. Και είναι απόλυτο δικαίωμά της. Προτίμησε να αποδράσει από την φυλακή, παρά να καταγγείλει τους δεσμοφύλακές της. Όταν κουρεύεις την κόρη σου “εν χρω” στα δεκατρία, επειδή ήθελε να πάει στο κομμωτήριο, τί περιμένεις;
Είναι σαν εκείνες τις παλιές ελληνικές ταινίες, που ο πατέρας κλείδωνε την κόρη του στο δωμάτιό της επειδή “δεν έπαιρνε εκείνον που της διάλεξε”. Μου έχει τύχει κάτι ανάλογο, με την αδελφή μου, που ερωτεύθηκε, στα 18, ένα φτωχόπαιδο και στο σπίτι έγινε σεισμός!
Και η αδελφή μου έφυγε και πήγε στις θείες, στην Έδεσσα! Κι ύστερα έφυγε, για την Αγγλία, στην άλλη θεία. Και δεν ξαναγύρισε. Πέτυχε εκεί, την παρασημοφόρησε η βασίλισσα Ελισάβετ. Αλλά άλλαξε μέχρι και επάγγελμα. Και από διδασκάλισσα, που είχε σπουδάσει, έγινε μαία, το επάγγελμα που ήθελε να ακολουθήσει και δεν άρεσε στον πατέρα μας!
Την θαύμασα την αδελφή μου που “το έσκασε” από το απολύτως συντηρητικό σπίτι μας. Και στα δεκαοκτώ μου, το “έσκασα” κι εγώ με τον τρόπο μου, εργαζόμενος ως μουσικός παράλληλα με τι σπουδές μου.
Με την Λώρα είμαι. Όλοι έχουμε μια “Λώρα” μέσα μας. Αρκεί να την συναντήσουμε όσο πιο νωρίς γίνεται…
Δημήτρης Καπράνος
