Κρέμασαν τον χρόνο στον τοίχο
Στο καφέ του Σοφοκλή ο χρόνος ήταν κρεμασμένος στον τοίχο. Δεν κυλούσε, στεκόταν. Φωτογραφίες παλιές, κορνίζες φθαρμένες, βλέμματα καρφωμένα σε μια εποχή που δεν επιστρέφει.
Άνθρωποι που γνώρισα αργότερα, όταν είχαν αλλάξει, τότε που τα πρόσωπά τους κουβαλούσαν ήδη ιστορίες. Τους έβλεπα νεότερους. Αλλιώτικους. Όχι μόνο στην όψη, αλλά στον τρόπο που στέκονταν απέναντι στον φακό, λες και δεν τους είχε αγγίξει ακόμη η επίγνωση του χρόνου.
Ο ξάδερφος ο Σταύρος, τριών ή τεσσάρων χρονών, με κοιτούσε από μια φωτογραφία. Μικρός, σχεδόν άγνωστος, μ’ ένα βλέμμα που δεν ήξερε ακόμη τι σημαίνει να αλλάζεις. Χωρίς να ξέρει ποιος θα γίνει, ότι μια μέρα θα μου δείχνει ο ίδιος αυτή την φωτογραφία, θα μου μιλά για πρόσωπα και ονόματα, σαν να αφηγείται κάτι αυτονόητο. Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ απόσταση ανάμεσα στο τότε και στο τώρα.
Ήρθαν κι άλλοι φίλοι να συνδράμουν στην ξενάγηση των φωτογραφιών. Μου έδειχναν ανθρώπους που τους γνώρισα όταν ο χρόνος είχε περάσει από πάνω τους. Τους κοιτούσα προσπαθώντας να ενώσω τις εκδοχές τους. Πώς ήταν τότε και πώς εγώ τους γνώρισα…
Πιο κει ένα παλιό πικάπ. Πάρα πέρα, μια ραπτομηχανή. Αντικείμενα ακίνητα, σιωπηλά.
Όμως με μια αίσθηση ότι αυτοί που τα χρησιμοποιούσαν είχαν αποσυρθεί από την ζωή, χωρίς όμως να έχουν φύγει.
Το χωριό δεν προσπαθούσε να θυμηθεί, απλώς θυμόταν. Οι τοίχοι, τα αντικείμενα, τα πρόσωπα κρατούσαν τον χρόνο τους χωρίς προσπάθεια.
Κι εγώ στεκόμουν εκεί και έλεγα μέσα μου πως άργησα. Όχι τόσο να έρθω, όσο να δω. Γιατί κάποια πράγματα, όταν τα συναντάς μόνο ως ανάμνηση, δεν σου ανήκουν πια, απλώς σε δέχονται για λίγο στον κόσμο τους.
Νίκος Καρβουνάς
Πνευμονολόγος
