Ο Τελώνης και ο Φαρισαίος (έναν χρόνο μετά)
Το ίδιο τραπέζι στην άκρη του καφενείου, το ίδιο παράθυρο, ο ίδιος καφές, σαν να είχε ξεχαστεί από τον χρόνο.
“Ακόμα να βρεις την ησυχία σου;”, ρώτησε ο Τελώνης, παρατηρώντας τον Φαρισαίο να ισιώνει για πολλοστή φορά τον γιακά του, με εκείνη την προσεκτική κίνηση που πρόδιδε μια αόρατη ανησυχία.
“Πώς να ησυχάσω;”, αποκρίθηκε εκείνος χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. “Όσο εγώ πασχίζω να σταθώ ως παράδειγμα, εσύ εισπράττεις τον έπαινο της ταπείνωσης χωρίς καν να προσπαθείς. Είναι παράξενος ο κόσμος, αγιοποιεί το λάθος, επειδή απλώς ομολογήθηκε, και ποινικοποιεί το σωστό επειδή… ακούστηκε”.
Ο Τελώνης άφησε αργά τον καφέ του στο μαρμάρινο τραπέζι. Ο ήχος της πορσελάνης έσπασε για λίγο την σιωπή.
“Δεν είναι η αρετή σου το βάρος που κουβαλάς, φίλε μου”, είπε ήρεμα. “Είναι η ανάγκη σου να καθρεφτίζεσαι στα μάτια των άλλων. Εγώ δεν εξαπάτησα κανέναν, απλώς έμαθα να περπατώ χωρίς καθρέφτες. Εσύ, αν δεν σε κοιτάζει κανείς, φοβάσαι πως χάνεσαι, σαν να μην υπήρξες ποτέ”.
Εκείνη την στιγμή πέρασε ο καφετζής, σχεδόν αθόρυβα, αφήνοντας τον λογαριασμό ανάμεσά τους σαν μια μικρή υπενθύμιση της γήινης τάξης των πραγμάτων.
“Πάλι για το ποιος είναι ο καλός διαφωνείτε;”, είπε με ένα χαμόγελο που έμοιαζε να έχει γεννηθεί από πολλές παρόμοιες συζητήσεις. “Ξέρετε ποια είναι η διαφορά σας; Ο Φαρισαίος θέλει να σώσει τον κόσμο, κι ο Τελώνης την ψυχή του. Μόνο που ο κόσμος δύσκολα σώζεται, και η ψυχή δεν βρίσκει γαλήνη όσο επιμένει να κοιτάζει το διπλανό τραπέζι”.
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν άδεια, ήταν γεμάτη σκέψεις που κανείς δεν τόλμησε να αρθρώσει.
Ο ένας τυλιγμένος στην πανοπλία της ηθικής του, ο άλλος ντυμένος με την ελαφρότητα της παραδοχής.
“Του χρόνου πάλι;”, ψιθύρισε ο Φαρισαίος, σαν να φοβόταν την βεβαιότητα της απάντησης.
“Κάθε χρόνο”, είπε ο Τελώνης, κοιτάζοντας έξω όπου η ζωή συνέχιζε αδιάφορη. “Μέχρι να καταλάβεις πως το δίκιο δεν είναι τρόπαιο για να το επιδεικνύεις, αλλά αναπνοή για να ζεις. Και η αναπνοή δεν ζητά μάρτυρες”.
Ο καφές είχε παγώσει για άλλη μία φορά.
Κι όμως, ο διάλογος έμενε ζεστός, όπως όλα όσα δεν τελειώνουν ποτέ.
Νίκος Καρβουνάς
Πνευμονολόγος
