Μεγάλη Τρίτη. Καφενείο.
Καφές, τσιγάρο, κλασικά. Ο ένας βρίζει την κυβέρνηση, ο άλλος τον διαιτητή, ο τρίτος βρίζει τους πάντες.
Και εκεί που δεν το περιμένει κανείς, πετάω την βόμβα:
“Ρε μάγκες… όταν ακούτε Κασσιανή, πού πάει ο νους σας;”
Δεν πέρασαν 2 δευτερόλεπτα.
Μήτσος: “Ε, η αμαρτωλή!”
Τάκης (με ύφος γνώστη): “Ναι ρε, αυτή που είχε… βαρύ βιογραφικό.”
Κώστας (που πάντα το πάει ένα επίπεδο ψηλότερα):
“Όχι απλά βαρύ… τόμος ολόκληρος. Και μετά έγραψε και το τροπάριο, να τα μαζέψει.”
Εγώ: “Τώρα τι μου λέτε, η γυναίκα έκανε καριέρα στην αμαρτία και μετά είπε “κάτσε να γράψω ένα τροπάριο να καθαρίσω λίγο το όνομα;”
Μήτσος: “Ε, κάπως έτσι δεν γίνεται;”
Εγώ: “Δηλαδή άμα αύριο βγάλει τραγούδι ο άλλος για την φυλακή, θα τον πάμε κατευθείαν Κορυδαλλό;”
Τάκης: “Ε, όχι κι έτσι…”
– “Άμα γράψει για χωρισμό;”
– “Όχι απαραίτητα…”
– “Άμα γράψει για καράβια;”
Κώστας: “Ε, καπετάνιος θα είναι!”
Τον κοιτάω. Με κοιτάει. Σκάμε και οι δύο στα γέλια.
Συνεχίζω: “Ρε σεις… η Κασσιανή ήταν μορφωμένη, μοναχή, από τις πιο προχωρημένες της εποχής της. Δεν ήταν η περίπτωση που νομίζετε.”
Σιωπή. Ο Μήτσος ανακατεύει τον καφέ σαν να παίζει σκάκι με την ζάχαρη. Ο Τάκης κοιτάει το ταβάνι σαν να περιμένει την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Ο Κώστας ανάβει δεύτερο τσιγάρο ενώ το πρώτο καίει ακόμα.
Μετά από λίγο, ο Μήτσος πετάει το αμίμητο:
“Δηλαδή… άδικα την συμπαθούσα τόσο καιρό;”
Και εκεί κατάλαβα ότι δεν υπάρχει σωτηρία.
Θα μας κοιτάει από πάνω και θα σκέφτεται το επόμενο τροπάριο:
“Περί υπομονής στο καφενείο”.
Νίκος Καρβουνάς
Πνευμονολόγος
