Σταματίου Ηρώ – Δανάη
Ανέσπερη Ανάσταση
Ανάστασης άγγιγμα το φως,
σαν χάδι που σπάει τη νύχτα,
κι εσύ -μια ανάσα ζεστή-
με φέρνεις ξανά στα αλήθεια.
Τα χρόνια βουβά μετρημένα,
σε πέτρες που δεν μιλούν,
μα εσύ σαν νερό τα διαλύεις
και μέσα μου πάλι ανθούν.
Στων φόβων τα κλειστά μνήματα
κρατούσα σιωπή βαριά,
κι ήρθες σαν άγγελος άυλος
και κύλησε φως στην καρδιά.
Δεν είπες πολλά – μόνο κοίταξες,
κι αυτό ήταν αρκετό,
να σπάσει η νύχτα στα δύο
και να ξημερώσω εγώ.
Μηνύματα άηχα φεύγουν
απ’ τα χείλη σαν προσευχή,
κι η καρδιά -ανοιγμένο κοχύλι-
μαθαίνει ξανά να ζει.
Ατέρμονο γαλάζιο ανοίγει
στα μάτια που με κρατούν,
κι οι ουρανοί κατεβαίνουν
εκεί που οι άνθρωποι νικούν.
Πετάω απόψε μαζί σου,
χωρίς να φοβάμαι πια,
γιατί ένας άνθρωπος μόνο
μπορεί να σε πει «ξανά».
Ανέσπερο φως με τυλίγει,
και γίνεται αρχή σιωπηλή,
κι ό,τι είχε μέσα μου σβήσει
ανασταίνεται στη στιγμή.
Ηρώ – Δανάη Σταματίου
