Ελεύθερη άποψη..ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΗΡΩΕΣ ΚΑΙ ΦΑΥΛΟΙ «ΟΠΕΚΕΠΕΔΕΣ»
Κάποιες φορές, αισθάνομαι ότι με κρίνουν ψυχές…
Μια από αυτές τις περιπτώσεις ήταν, όταν μετά από επίσκεψη μου στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, πρόσεξα κοντά στην περιοχή, των «στρατιωτικών», όπως λέγεται το τμήμα αυτό, το μνήμα του συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου, (1859-1913), διοικητού του 7ου συντάγματος πεζικού, που είχε πέσει στη μάχη του Κιλκίς – Λαχανά… Ο αείμνηστος, έπεσε ηρωικά, στην πρώτη γραμμή, επικεφαλής του συντάγματός του, την 29η Ιουνίου 1913, κατά την προσπάθεια κατάληψης του Κιλκίς… Στάθηκα μπροστά στο μνήμα με ευλάβεια κι εναπόθεσα ένα από τα άνθη, που κρατούσα στην αγκαλιά μου… Πόσοι από τη δημοτική αρχή των Αθηνών, έκαμαν κάτι παρόμοιο, όπως θα έπρεπε;
Σκέφτηκαν να κάνουν έστω ένα απλό τρισάγιο στη μνήμη του;

Σε κάποιο Μανιάτικο σπίτι, είδα ένα παμπάλαιο κάδρο με την εικόνα ενός υπερήφανου ιππέα, πάνω στο άλογό του να με καρφώνει με το αετίσιο βλέμμα του, μέσα από την ομίχλη των 115 ετών, που μας χωρίζουν από το θάνατο του, στις 28-8-1918, στη μάχη του Σκρα… Στο κάτω μέρος της κορνίζας, ήταν χαραγμένο το όνομα του ήρωα: Λοχαγός Γεώργιος Γεωργουλάκος…
Η ιστορία του θα ήταν άγνωστη, αν δεν υπήρχε μια μικρή σημείωση κάτω από την εικόνα του:
«Εις το μνήμα του ήρωος Γεωργίου Γεωργουλάκου. Εις την πλάκα, που εκάλυπτε το σώμα του λοχαγού Γεωργίου Γεωργουλάκου, που έπεσε σαν μυθικός ήρως εις το ΣΚΡΑ, οι στρατιώται του, που σαν πατέρα τον είχον αγαπήσει, είχον χαράξει τους κατωτέρω στίχους. Τους δημοσιεύομεν επ’ ευκαιρία της μετακομιδής των οστών του ήρωος, γενομένης προ τινος υπό του αδελφού του. «Καλέ διαβάτα, που περνάς, σταμάτησε το βήμα, ρίξε ένα βλέμμα ζωηρόν, στο παγωμένο μνήμα. Αποκαλύψου προς αυτό και δάκρυα μη χύσεις, γιατί εγώ απέθανα, άφοβος συ να ζήσεις. Και αν στην πατρίδα μου διαβής, στο σπίτι μου να πάγεις, δυο λόγια στη μητέρα μου να πεις να τη γλυκάνης… Ειπέ ω ξένε μου καλέ, στην Όσσανη κοιμούμαι, τον ύπνο τον αιώνιον, τους ήρωες μιμούμαι»!…
Πραγματικά, δεν κατανοώ, τη στάση της πολιτικής ηγεσίας μας, των δημοτικών αρχών και όλων ημών των απλών πολιτών, να αγνοούμε όλους εκείνους, στους οποίους οφείλουμε την ελευθερία μας. Μια ελευθερία, που σήμερα, έχει φθάσει στα όρια της ασυδοσίας και της καταρράκωσης θεσμών και θεσμικών προσώπων.
Οι ήρωές μας, είχαν και έχουν ονόματα και είναι πολλοί. Ευρίσκονται παντού. Είναι δικοί μας άνθρωποι. Ποιος τους θυμάται σήμερα; Κανείς. Οι εικόνες τους πεταμένες σε πατάρια, αποθήκες, παλαιοπωλεία, σκουπιδιάρικα… Τα μνήματά τους χαλασμένα και τα κόκαλά τους στα βουνά ή ανώνυμα χωνευτήρια…
Ο σημερινός Έλληνας, αγαπά τις μεγάλες κουβέντες, αλλά χάνει την ουσία, λησμονώντας όσα πραγματώθηκαν από τη θυσία μικρών και ταπεινών ανθρώπων, που έζησαν απλά, αλλά αποθεώθηκαν πάνω σε μια στιγμή υπέρτατης θυσίας…
Μεγάλα λόγια! Όπως η φράση «εσχάτη προδοσία», σε μια πατρίδα, που κλυδωνίζεται εν μέσω εμπόλεμων συρράξεων στη Μέση Ανατολή και στο Ρωσο-Ουκρανικό μέτωπο!
Όταν αναφέρεται αυτή η βαρύγδουπη φράση, καλό είναι να θυμόμαστε την προσωπική μας ευθύνη για όλους και όλα. Δεν μπορεί μετά από δεκαετίες καλοπέρασης και ασύστολων διορισμών όλου του επαρχιακού πληθυσμού σε αστικές περιοχές και μάλιστα της πρωτεύουσας, να εναποτίθενται ευθύνες σε ένα μόνο πολιτικό πρόσωπο – μια παράταξη, όταν μεσολάβησαν χρηματιστηριακές φούσκες, καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων, διασπάθιση δημόσιου χρήματος, από κόμματα, που σήμερα παριστάνουν τους τιμητές και μιλούν για… προδοσίες… Σεβαστό το πένθος και η τραγικότητα της απώλειας προσφιλών προσώπων, μέσα από οδυνηρά ατυχήματα. Σε τι θα ωφελήσει όμως, να οδηγείται η χώρα σε αστάθεια και χάος, ρίχνοντας μονομερώς ευθύνες, σε μία παράταξη, όταν γνωρίζουμε όλοι, πόσες δεκαετίες πίσω, ανάγεται η κακοδιοίκηση σε οργανισμούς και υπηρεσίες;
Πόσοι από εμάς καταγγείλαμε κακώς κείμενα, δίχως να αδιαφορούμε; Πόσοι επιμείναμε;
Πόσοι σεβόμαστε όσα μας δόθηκαν και χαιρόμαστε ως δεδομένα; Στην κριτική πρώτοι, σε συζητήσεις και αμπελοφιλοσοφία καφενείου πρώτοι, σε αυτοκριτική όμως;
Είναι αλήθεια ότι η χώρα, ταλανίζεται από έλλειψη πρωτογενούς παραγωγής. Ότι η αστική τάξη συρρικνώθηκε και ο πλούτος συγκεντρώθηκε στα χέρια του 1% του πληθυσμού μας, που ουσιαστικά διοικεί. Ότι η ενδογενής επιχειρηματικότητα, βιάζεται καθημερινά από πολυεθνικές του εξωτερικού και μεγάλες αλυσίδες.
Θυμήθηκα έναν ταξιτζή, που είχα γνωρίσει προ καιρού, ο οποίος μου σκιαγράφησε γλαφυρά την κατάντια της σημερινής κοινωνίας και το πολιτικό έλλειμμα ρώμης, που αποξηλώνει την ενδογενή παραγωγικότητα…
«Εγώ κατάγομαι από ένα εύφορο χωριό της Μακεδονίας», μου είχε διηγηθεί… (για ευνόητους λόγους δεν το αναφέρω).
Στο χωριό τους καλλιεργούσαν καπνά αλλά πεινούσαν, γιατί οι καπνέμποροι, περίμεναν να συλλεγεί η συγκομιδή των αγροτών και έκαναν προσφορές πείνας, στους παραγωγούς, με τον εξής ανήθικο τρόπο. Περίμεναν να αγοράσουν σε τιμή κάτω του κόστους, όταν τα καπνά κόντευαν να σαπίσουν στις αποθήκες… Αυτή την πρακτική, κατάργησε η χούντα των συνταγματαρχών, όπως μου είπε ο άνθρωπος. Μέχρι τότε, τον είχαν στείλει οι γονείς του, στην Αθήνα, να ζει και να εργάζεται σε ένα καφενείο κάποιου συγγενή, 12 ετών παιδάκι. Όταν ανέλαβε η στρατιωτική κυβέρνηση, δημοσίευσε ένα Νόμο, σύμφωνα με τον οποίο, ο καπνός και γενικά τα αγροτικά προϊόντα, έπρεπε να πωλούνται με ανώτατη τιμή π.χ., 2x και κατώτατη τιμή x, όπου x, ήταν μια αξιοπρεπής και έντιμη τιμή κι όχι τιμή πείνας. Με αυτόν τον τρόπο, καταργήθηκε ο ανέντιμος ανταγωνισμός, που διαγράφει την ατομικότητα και ουσιαστικά ακυρώνει την προσωπική ελευθερία του πολίτη καθιστώντας τον δουλοπάροικο του κεφαλαίου… Αλλά μετά ήρθαν οι δίχως όρια Βρυξέλλες του ελευθέρου ανταγωνισμού, με τον αέρα τον κοπανιστό ενός φαύλου μεγαλείου, και τον χαρτοπολτό, που αγοράζουμε έως σήμερα πολύ ακριβά, εκτός από κάτι ευνοούμενους. Η δε ελευθερία, που εξαγοράστηκε με το αίμα κάποιων ηρώων, που σήμερα λησμονούνται, διότι γίναμε «Ευρωπαίοι» της φούσκας, δανεισμένοι και κοκορόμυαλοι, έγινε υποδούλωση σε κάποια ξένα κεφάλαια, που μας απαγορεύουν συστηματικά να παράγουμε και να διαφεντεύουμε στον τόπο μας.
Και βέβαια έχουμε δημοκρατία και καλά κάνουμε, αλλά με στόμα ανοιχτό από την πείνα, διότι ο λαός πεινά, με τα χέρια δεμένα, διότι οι Βρυξέλλες μας θέλουν δανεισμένους, φτωχούς υπαλλήλους των πολυεθνικών τους και αποθήκες ξένου αλλοεθνούς τριτοκοσμικού πληθυσμού…
Σίγουρα δεν πολέμησαν για αυτήν την ελευθερία όσοι έχασαν τη ζωή τους στα βουνά της πατρίδας μας, που κάποιοι επιθυμούν να διατηρούν λησμονημένους και απαξιωμένους….
Φθάσαμε σε σημείο καμπής, όπου ο υποτιθέμενος ανταγωνισμός, καταργεί την εθνικότητα, ατομικότητα, ατομικές ελευθερίες και τη βάση της δημοκρατίας, μέσα από νομιμοφανείς διαδικασίες, που έπρεπε να θεωρούνται παράνομες. Ένα παράδειγμα, ήταν και το προηγούμενο, που αντελήφθη η τότε στρατιωτική κυβέρνηση και έλαβε μέτρα υπέρ του απλού λαού, του αγρότη, της ενδοχώριας παραγωγής, της προόδου και οικονομικής ανεξαρτησίας της χώρας…
Σήμερα ακούμε για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και όλοι γνωρίζουμε ότι δεν πρόκειται να τιμωρηθεί κανείς. Πενήντα ευρώ αποζημίωση, έλαβε φίλη για τις καμένες ελιές της, όπως ανέφερε απογοητευμένη και πικραμένη, μιλώντας μου για «προδότες και οπεκεπέδες», που δε θα φορέσουν ποτέ χειροπέδες…
(Έ ρε και νάβγαινε σήμερα ο συχωρεμένος Γεωργουλάκος από το κάδρο του, πόσα θα είχε να πει… Η φωτογραφία από το αρχείο του απογόνου του, δικηγόρου οικονομολόγου κου Ηλία Σκαφιδά )
