Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ΠΙΚΡΑΓΓΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΚΟΡΑΗ ΟΙ ΚΑΛΛΙΒΡΟΥΣΗΔΕΣ ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΥ…

Στη θεία Κυριακούλα, άρεσε πολύ, να κρατά τα μικρά ανιψάκια της, το Λεωνίδα και την Αθηνούλα, κατά τις ημέρες των εορτών, όταν οι γονείς τους εργάζονται εντατικότερα, κατά την περίοδο των διακοπών…

Σε αντίθεση με πολλές άμυαλες συνομήλικές της, που σε προχωρημένη ηλικία, προσπαθούν να ξεγελάσουν το Χάροντα και νεότερους άνδρες, αντί να ασχολούνται με τη νέα γενιά, να προσφέρουν και να δημιουργούν ουσιαστικό έργο, η θεία Κυριακούλα, αγαπούσε το έργο της ανατροφής των παιδιών και το υποστήριζε με πάθος. Πως να μην γίνονται βίαια και αυτοκαταστροφικά, καταθλιπτικά και δυστυχισμένα τα παιδιά, όταν μεγαλώνουν μόνα τους παρέα με οθόνες και μη παιδαγωγικά παιχνίδια; Γονείς άφαντοι ή χωρισμένοι, παππούδες νεάζοντες κι αδιάφοροι, γιαγιάδες, που δεν καταδέχονται να παρουσιάσουν εγγόνια, από ανωριμότητα και σιδερώνονται στα γραφεία των πλαστικών προκειμένου να κλέψουν τη νεότητα από τον χρόνο τον αδυσώπητο…

Πως να μην δυσφορούν αυτά τα νέα παιδιά με τόση αταξία γύρω τους;

Εξαφανίστηκαν πάρκα, παιδικές χαρές, «παιχνιδάδικα», καταστήματα με παιδικά ρούχα, υποδήματα, καλά παιδαγωγικά βιβλία, με διδάγματα, που να μην εξάπτουν προς το κακό, την γόνιμη φαντασία του παιδιού…

Αυτό το κενό κάλυπτε η ηλικιωμένη θεία των παιδιών, σκαλίζοντας κάθε τόσο στις αναμνήσεις της, ανασύροντας κάθε τόσο παλιές ιστορίες με άρωμα παλιού καλού καιρού. Από την εποχή, που τα σπίτια μύριζαν ελληνικό καφέ τα πρωινά και τις Κυριακές, μαζευόντουσαν να φάνε κοκκινιστό με χοντρά μακαρόνια και χειροποίητο μπακλαβά…

Στα ανιψάκια άρεσαν πολύ οι ιστορίες από την εποχή της γιαγιάς της θείας Κυριακούλας, την οποία έβλεπαν να τους χαμογελά μέσα από τη φθαρμένη κορνίζα του κάδρου σαν να έλεγε: «Να μου γελάτε και σεις… Σας ξέρω όλους σας κι ας μη σας γνώρισα…»…

Η γιαγιά της θείας, η Κοκκώνα, είχε γεννηθεί στην Άνδρο… Κοκκώνα τη φώναζαν, γιατί τα δύο σόγια, είχαν μαλώσει δυνατά, κατά τη βάπτισή της, για το όνομα, που θα της έδιναν. Η διένεξη είχε αρχίσει πολύ πριν τα βαφτίσια, κάθε πλευρά πίστευε ότι η άλλη θα υποχωρούσε, αλλά μάταια. Έφθασαν στην εκκλησία του χωριού χωρίς να έχει βρεθεί λύση. Τόσο μεγάλος ήταν ο καβγάς, ανάμεσα στις συμπεθέρες, που στο τέλος, παρενέβη ο ιερέας, που αναγκάστηκε να δώσει στο νήπιο δύο ονόματα, γεγονός πρωτάκουστο για την εποχή εκείνη… Εριφίλη και Αριάνθη… Μάταια όμως! Ο καβγάς συνεχίστηκε με σκηνές απείρου κάλλους και μετά το μυστήριο, ακόμα εντονότερος, ενώ το ταλαίπωρο νεοφώτιστο κοριτσάκι,  σφάδαζε μελανιασμένο από το κλάμα κατάχαμα, δίχως κανείς να ασχολείται μαζί του. Μονάχα η νεωκόρισα, μια γυναίκα από την Πόλη, πρόσεξε το παιδάκι και το πήρε στην αγκαλιά της να το ηρεμήσει, χαϊδεύοντάς το στοργικά… Άρχισε να του σιγοτραγουδά γλυκά και να το χαϊδεύει με τα ροζιασμένα χέρια της. «Κοκκώνα κοκκωνίτσα μου, μη κλαις κουκλίτσα μου…», το κανάκευε με αγάπη, δίχως να δίνει σημασία στα ανόητα γύναια και τα ξεμαλλιασμένα γραΐδια, που είχαν κάνει άνω κάτω την εκκλησία.

Η εικόνα του παιδιού στην αγκαλιά της απλής γυναίκας, σε αντίθεση με το σύμπλεγμα των αμετανόητων συγγενών, εξόργισε τον ιερέα, που έβλεπε το σκηνικό από την ωραία πύλη, παρακαλώντας τους να σταματήσουν την απρέπεια μέσα στον Οίκο του Κυρίου. Αγανακτισμένος πλέον, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί άλλο και φώναξε να σταματήσουν με όλη τη δύναμη, που του είχε απομείνει.

-«Κατάρα!», ούρλιαξε αγριεμένος ο παπά – Νικόλας. Κατάρα να έχει, οποιοσδήποτε προφέρει ξανά στα χείλη του, είτε το ένα από τα ονόματα για τα οποία παλεύετε, ή το άλλο. Το παιδί αυτό, θα το φωνάζετε Κοκκώνα, σαν τη γυναίκα, που του έσωσε τη ζωή και το γλίτωσε από την κακία σας! Το εκκλησίασμα πάγωσε, τα υψωμένα χέρια πήγαν στη θέση τους, οι κυρίες ανασκουμπώθηκαν και οι κύριοι άρχισαν να ξεροκαταπίνουν νευρικά.

Την εποχή εκείνη, τέλη του 19ου αιώνα, μια τόσο βαριά κουβέντα, από χείλη ιερέα, ήταν απαράβατος νόμος.

Έτσι, από εκείνη τη στιγμή, στις Στενιές της Άνδρου, η Κοκκώνα ήταν μία και είχε γίνει σημείο αναφοράς. Έλεγαν όλοι: «κοντά στης Κοκκώνας το σπίτι, της Κοκκώνας ο άντρας, της Κοκκώνας οι γιοί, της Κοκκώνας η κόρη»…

Αυτή ήταν, η γιαγιά της Κυριακούλας, η Κοκκώνα, που διαφέντευε το σπιτικό της με αυστηρότητα αλλά και καλοσύνη. Κάθε φορά, που πλησίαζαν οι εορτές των Χριστουγέννων, συμβούλευε πονηρά τα παιδιά της, να τελειώσουν όλες τις δουλειές, που τους ανέθετε, ως την παραμονή των Χριστουγέννων!

Κέντημα, πλέξιμο, ράψιμο, ασπρίσματα, όλα έπρεπε να είναι τέλεια, μέχρι τότε! Αλλιώς, τους έλεγε, θάρθουν οι «Καλιβρούσηδες»… Κάτι μαυριδερά τριχωτά πλάσματα, που κυνηγούν τους τεμπέληδες και τις τεμπέλες, κι έρχονται τη νύχτα να πειράξουν τα μικρά παιδιά, που δεν έχουν ασχοληθεί όσο πρέπει με τα μαθήματα και τις εργασίες τους. Στα κορίτσια περνούν από το λαιμό τα μισοτελειωμένα  εργόχειρα και στα αγόρια μουτζουρώνουν στα πρόσωπα και κρεμούν από το λαιμό τις πλάκες και τα βιβλία τους… Είναι άσχημοι, κοντοί, ξερακιανοί, βρώμικοι και αποκρουστικοί, ενώ χορεύουν άγαρμπα και τραγουδάνε με χυδαία φάλτσα φωνή:

«Βρούση – Βρούση… Καλιβρούση…, θα σας κάνουμε τσιμπούσι, θα σας φάμε μια χαψιά, θα ψηθείτε στα ταψιά…»…

Εκείνα τα Χριστούγεννα, ο πάππους της Κυριακούλας, ο Αντώνης, έλειπε σε μπάρκο από καιρό κι όπως συνηθίζεται στα νοικοκυριά των νησιών, που διαφεντεύουν οι μανάδες, τα παιδιά κοιμόντουσαν από νωρίς, δυο δυο, στα σιδερένια κρεβάτια τους, με τις κεντημένες πάντες στον τοίχο. Ζαλισμένα από τη γλυκιά θαλπωρή της ξυλόσομπας, είχαν βυθιστεί γλυκά κι ανέμελα, στην αγκαλιά του Μορφέα… Τα δυο μεγάλα αγόρια, σε ένα κρεβάτι, τα άλλα δύο στο διπλανό δωμάτιο και η κόρη μαζί με τη μάνα, στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα. Περασμένα μεσάνυχτα, η Κοκκώνα, ξεγλίστρησε από τα σκεπάσματα σιγά σιγά, φόρεσε μια παλιά τριμμένη φλοκάτη, έβαψε το πρόσωπο και τα χέρια της με στάχτες, παριστάνοντας τον Καλλιβρούση, που ξέμεινε στο σπίτι τους και πλησίασε προς τα παιδικά κρεβατάκια…

Ήθελε να πειράξει τους δύο μεγαλύτερους άτακτους γιούς της, που δεν είχαν τελειώσει όσα είχαν αναλάβει από τις δουλειές του σπιτιού…

Πλησίασε σιγά πάνω από το κρεβάτι τους κι άρχισε να τραβά τα μαλλιά τους, τραγουδώντας με φωνή αλλαγμένη το τραγούδι των Καλλιβρούσηδων… Ο πρωτότοκος γιός, ήταν πολύ σωματώδης και δυνατός… Αλάφιασε ξαφνιασμένος από την αλλόκοσμη παρουσία και, όταν μέσα στο σκοτάδι ακούμπησε την τραχιά φλοκάτα, δεν σκιάχτηκε στιγμή. Άρπαξε το «πλάσμα» από το λαιμό, προσπαθώντας να πνίξει τον… παρείσακτο καλλιβρούση… Η μάνα πρόλαβε να βγάλει μια πνιχτή κραυγή πριν κλείσει εντελώς η φωνή της… Ο γιος, που  ήταν πολύ χειροδύναμος, έσφιγγε με τόση μανία, τον τριχωτό λαιμό, από το τραχύ μαλλί της φλοκάτας, που θα την είχε πνίξει αν δεν έμπλεκαν τα δάχτυλα του, στο σκουλαρίκι της! Μάνα! Της φώναξε με έκπληξη και ανακούφιση μαζί… Με χέρια που παρέλυσαν, ανάσα που κόπηκε από λυγμούς, έπεσε στην αγκαλιά της, ενώ η Κοκκώνα επιτέλους ανάσαινε ελεύθερα… Παρά τρίχα και θα είχε εκτυλιχθεί ένα μεγάλο δράμα, στο ήσυχο ναυτικό χωριουδάκι τους, που όπως συνήθως, στις γιορτές, οι άντρες ταξίδευαν τις θάλασσες και στα σπίτια γιόρταζαν μονάχα οι γέροι, οι γυναίκες και τα παιδιά…

Εκείνο το βράδυ, στης Κοκκώνας το σπίτι, δεν κοιμήθηκαν καθόλου. Άναψαν το λύχνο του λαδιού, γιατί εκείνα τα χρόνια στα χωριά, δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα κι ανακάθισαν όλοι μαζί στο κρεβάτι της μάνας, να ακούσουν άλλες ιστορίες. Εκείνη έψησε ρόφημα πάνω στη σόμπα, από βοτάνια του βουνού, έβγαλε σύκα ξερά, καρύδια, αμύγδαλα, μέλι θυμαρίσιο και σταφίδες, να τα φιλέψει για την τρομάρα, που πήραν…

Τα χρόνια πέρασαν κι ο μύθος των καλλιβρούσηδων της Άντρου, ξεθώριασε, ξεχάστηκε και μόνο η ιστορία με τη μάνα και το σκουλαρίκι της, έμεινε να τη θυμίζει σε εγγόνια, δισέγγονα και τρισέγγονα…

Να θυμίζει εποχές, που οι άνθρωποι ήταν αγνοί και αθώοι, με θρύλους, δεισιδαιμονίες, παραμύθια ,παραδόσεις και εφευρετική φαντασία, να εισχωρεί πολλές φορές ατόφια, στην γκρίζα καθημερινότητα.

Σήμερα, υπάρχουν ακόμα καλικάντζαροι, παγανά, καλλιβρούσηδες, ξωτικά, νεράιδες… Μόνο, που αντί για προβιές, φορούν επώνυμες γραβάτες, που κρύβουν την τραγίλα του λαιμού τους, ψεκασμένες με ακριβά αρώματα…

Και είτε τους αποστρέφεσαι, ή γίνεσαι ίδιος κι όμοιος… Επιλογές είναι αυτές…

Βρούση – Βρούση – Καλλιβρούση και μας τρέλαναν στο μούσι, τις κλεψιές και τις φανφάρες κι άρες – μάρες -κουκουνάρες…

Ποιος φοβάται τους καλλικαντζαραίους με τόσους νοικοκυραίους του σχεδίου Μάρσαλ και νεόπλουτους από τη φορολογία μας;

Μαρία Μπουκουβάλα

Ιατρός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *