Ο Καραγκιόζης δεν πεθαίνει ποτέ, όσο για τους καραγκιόζηδες ποιος νοιάζεται;
Μιλάω φυσικά για τον αείμνηστο Διονύση Σαββόπουλο και το «αυτοβιογραφικό» -όπως όλα άλλωστε- τραγούδι του Καραγκιόζη.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε χαρακτηριστεί ο εξυπνότερος Έλληνας, ίσως γιατί υπήρξε ο αντιπροσωπευτικός τύπος –στην καλύτερη εκδοχή- του Νεοέλληνα: Ευφυής, δημιουργικός, εξωστρεφής, ομιλητικός, αυθόρμητος, εκδηλωτικός, συναισθηματικός και βέβαια πάνω απ’ όλα ποιητής. Και ως ποιητής ελεύθερος και ανεξάρτητος, που δεν είναι δυνατόν να χωρέσει σε καλούπια. Αυτό μια αριστερά αντιποιητική και αντιερωτική δεν μπόρεσε να το συγχωρέσει γιατί ακριβώς είχε την απαίτηση, όπως και στην περίπτωση του Θεοδωράκη, και του Χατζηδάκη, να τον συμπεριλάβει. Όμως και οι τρεις μεγάλοι δημιουργοί συμπεριελάμβαναν την Αριστερά.
Η Αριστερά αδυνατούσε να τους συμπεριλάβει. Μικροψυχίες, μικροπρέπειες και μιζέριες που αποκαλύπτουν όμως τη διάσταση λόγων και σκεπτικών ορισμένων που κόπτονται για τον πολιτισμό και την πρόοδο.
Ο Σαββόπουλος όμως ήταν υπεράνω όλων αυτών και μπορούσε όλα να τα φορτωθεί στην πλάτη του, όπως ο Καραγκιόζης στο τραγούδι του που λέει «φίλους και εχθρούς στις φριχτές μου πλάτες, όμορφα ανασήκωνα σαν νάταν επιβάτες». Γιατί εκείνο που του έσωζε άλλα και τον έτρωγε ήταν ότι μπορούσε να ονειρεύεται.
Αυτή την υπαρξιακή χαρά αλλά και ανησυχία, που είναι χαρακτηριστική της Ελληνικής ιδιοσυγκρασίας την εξέφραζε –όπως κάνει πάντα ο λαός μας από ην αρχαιότητα- με τη μουσική, τον χορό, το τραγούδι, το γλέντι, το πανηγύρι.
Όσο για το άλλο σκέλος, τον θάνατο ως γνήσιος Έλληνας που έρχεται από πολύ μακριά, πίστευε στην αθανασία της ψυχής. Συχνά έλεγε στους φίλους του: «Θα ξανασυναντηθούμε». Με απόλυτη βεβαιότητα εν τω μεταξύ το έργο του παραμένει ανεξάντλητο από την άποψη της ανάλυσης της έρευνας και της ερμηνείας. Οι στίχοι τους περιπαιχτικοί αλλά και σοβαροί, γεμάτοι συμπυκνωμένα νοήματα θα μας τέρπουν αλλά και θα μας προβληματίζουν. Θα είναι επίσης πολύτιμο αντικείμενο μελέτης και στοχασμού για τους νεώτερους μέσα σε έναν κόσμο τόσο φτωχό από καλή και ουσιώδη ποίηση.
Βαρβάρα Τσιάλτα
