Εμπορικό & Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά..Ανάλυση του διαρθρωτικού Διλήμματος των έμμεσων φόρων στην Ελλάδα
Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς επισημαίνει πως η σύγκριση των φόρων στην ΕΕ-27 δείχνει ότι το φορολογικό ζήτημα δεν είναι απλώς το ποσοστό, αλλά η ισορροπία μεταξύ άμεσης και έμμεσης φορολόγησης. Στην Ελλάδα, οι άμεσοι φόροι αντιστοιχούν σε χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ οι έμμεσοι φόροι σε σαφώς υψηλότερο ποσοστό, σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, δημιουργώντας ένα φορολογικό μείγμα έντονα προσανατολισμένο στην κατανάλωση. Ωστόσο, οι έμμεσοι φόροι αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν ένα αποτελεσματικό φοροεισπρακτικό εργαλείο για δημοσιονομική σταθερότητα στην Ελλάδα. Όμως, η υπερβολική εξάρτηση από αυτούς ενέχει κοινωνικούς και αναπτυξιακούς κινδύνους. Το ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια δεν είναι η κατάργησή τους, αλλά η σταδιακή εξισορρόπηση του φορολογικού μείγματος, ώστε να διατηρηθεί η δημοσιονομική αξιοπιστία χωρίς να υπονομεύεται η αγοραστική δύναμη, η κοινωνική συνοχή και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Σύμφωνα με τα τελευταία ευρωπαϊκά στοιχεία που διαθέτει το Ε.Β.Ε.Π., οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα αντιστοιχούν από 17,3% έως 19%, ως ποσοστό του ετήσιου ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 13,5% στην Ευρώπη, κατατάσσοντας την χώρα μας στην 4η υψηλότερη θέση στην ΕΕ, δημιουργώντας αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τον πληθωρισμό και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Παράλληλα, περίπου το 44% των συνολικών φορολογικών εσόδων προέρχεται από την κατανάλωση, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ κινείται κοντά στο 33%. Η διαφορά αυτή δεν είναι ούτε περιστασιακή, ούτε μια απλή λεπτομέρεια, είναι μία δομική επιλογή. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα έχει υψηλή φορολογία συνολικά, αλλά πού και πώς επιλέγει να φορολογεί και ποιες είναι οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες να γίνουν οι έμμεσοι φόροι ο βασικός πυλώνας.
Το Ε.Β.Ε.Π. θεωρεί πως η στροφή της οικονομικής πολιτικής προς τους έμμεσους φόρους δεν έγινε τυχαία. Με τα χρόνια προβλήματα φοροδιαφυγής και τις έντονες διακυμάνσεις στα εισοδήματα, οι φόροι κατανάλωσης αποτέλεσαν για πολλές κυβερνήσεις το πιο αξιόπιστο εργαλείο χρηματοδότησης του κράτους.
Τα πλεονεκτήματα των έμμεσων φόρων για την κυβέρνηση είναι η σταθερότητα και προβλεψιμότητα των δημοσίων εσόδων. Οι έμμεσοι φόροι προσφέρουν σταθερή ροή εσόδων στο Δημόσιο, καθώς συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση, η οποία, ακόμη και σε περιόδους ύφεσης, παρουσιάζει μικρότερη μεταβλητότητα από τα εισοδήματα ή τα κέρδη. Σε σύγκριση με τους άμεσους φόρους, οι έμμεσοι φόροι αποτελούν βασικό εργαλείο σε χώρες με προβλήματα φοροδιαφυγής, γιατί προσφέρουν διοικητική ευκολία στη συλλογή και υψηλή εισπραξιμότητα, ιδιαίτερα μετά την επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και της διασύνδεσης ταμειακών συστημάτων. Ο πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Π., Βασίλης Κορκίδης, επισημαίνει: «Οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα, με τα πλεονεκτήματα για την κυβέρνηση και τα μειονεκτήματα για τους πολίτες, δημιουργούν ένα διαρθρωτικό δίλημμα όταν η εξαίρεση γίνεται κανόνας και η δημοσιονομική σταθερότητα δοκιμάζει την κοινωνική αντοχή. Η υψηλή εξάρτηση από ΦΠΑ και ειδικούς φόρους ενσωματώνεται στις τελικές τιμές, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Το δίλημμα είναι τί συμφέρει τα δημόσια έσοδα της χώρας, να παρέχει η κυβέρνηση γενναιόδωρες εξαιρέσεις από έναν υψηλό συντελεστή, ή να επιβάλει αδιακρίτως έναν χαμηλότερο συντελεστή; Σύμφωνα με την Tax Foundation, η κατάργηση των εξαιρέσεων και των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει την Ελλάδα σε αυξημένα έσοδα, με έναν βασικό συντελεστή 11% από 24%, ενώ το ευρωπαϊκό μίνιμουμ επιτρεπόμενο είναι 15%. Εκτιμάται, μάλιστα, ότι μια μεταρρύθμιση δύο συντελεστών ΦΠΑ θα οδηγούσε σε υψηλότερα ετήσια έσοδα από τα περίπου 29 δις ευρώ με αναδιανεμητικό αντίκτυπο, που θα ωφελούσε όλους τους καταναλωτές και τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος».
