Η “αναγέννηση της περιφέρειας” και το κράτος
Λυπηρά όσα συνέβησαν με την οικογένεια η οποία προσπάθησε να ζήσει στο χωριό της Ευρυτανίας και δεν τα κατάφερε.
Αρχικά, η ιδέα για την αναζωογόνηση της υπαίθρου ακούσθηκε πολύ καλά, όλοι σπεύσαμε να την στηρίξουμε, αλλά, ως απεδείχθη, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά.
Θα πρέπει να γίνουν πολλά ακόμη, για να αλλάξει ο τρόπος ζωής και να προσαρμοσθεί η -απολύτως εγκαταλελειμμένη-”επαρχία” σε άλλους, σύγχρονους ρυθμούς ζωής.
Το παράδειγμα και ο τρόπος, υπάρχει σε κάποιες άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου στηρίχθηκε η περιφέρεια και οι κάτοικοι δεν έσπευσαν να την εγκαταλείψουν, τρέχοντας προς τα αστικά κέντρα, προκειμένου να αναζητήσουν εργασία και να εξασφαλίσουν καλύτερες συνθήκες διαβιώσεως.
Η αδηφάγος αστυφιλία και η αδυναμία του κράτους, μετά τον Πόλεμο και τον άφρονα εμφύλιο σπαραγμό, να εμποδίσει την ερήμωση της υπαίθρου, δημιούργησε, με την πάροδο των ετών, χάος μεταξύ “εκείνων που έμειναν” και των κατοίκων των μεγάλων αστικών κέντρων.
Έχω φίλους, επιστήμονες, σοβαρούς ανθρώπους, οι οποίοι, έπειτα από την συνταξιοδότηση, πήγαν να ζήσουν -και διαμένουν ακόμη- στο χωριό τους.
Με τα χρόνια, αντιλαμβάνονται ότι η μικρή τοπική κοινωνία, τους θεωρεί “ξένους” και, παρά την προσπάθειά τους, δεν κατόρθωσαν να γίνουν αποδεκτοί από τα μέλη της συγκεκριμένης, κλειστής και επιφυλακτικής, κάστας.
Δεν είναι, λοιπόν, εύκολη δουλειά η “αναγέννηση της περιφέρειας” ούτε μπορεί να γίνει με κάποιες “θεαματικές” μεταγγίσεις αστικών οικογενειών προς “τα έξω”.
Χρειάζονται κίνητρα από το κράτος, στήριξη και δείγματα πραγματικού ενδιαφέροντος, με προοπτική.
Τα χωριά στην Νορβηγία -όπου είχαμε προσωπική εμπειρία- διατηρούν ακόμη την ζωή και κρατούν κοντά τους, τούς νεότερους, επειδή το κράτος παρέχει όλα, όσα παρέχει και στους κατοίκους των πόλεων.
Ένα καλό σχολείο, δασκάλους καλά πληρωμένους και με άνετες κατοικίες, ένα καλό κέντρο Υγείας με έναν καλά πληρωμένο ιατρό και άλλα “κομφόρ”, που εδώ μοιάζουν εξωπραγματικά.
Όσο δύσκολη και αν είναι η ζωή στην πόλη, όσα “στραβά’ και αν έχει -και έχει πάρα πολλά-, ο νέος “κάτι θα βρει να κάνει”.
Στο χωριό, θέλει – δε θέλει, θα πρέπει να αλλάξει τρόπο ζωής και σκέψεως. Κι αυτό δεν γίνεται με την όποια επιθυμία και επιφοίτηση, ούτε με την προτροπή των μέσων ενημερώσεως, που είναι έτοιμα να αποθεώσουν “την οικογένεια που πάει στο χωριό”, αλλά να την ξεχάσουν σχεδόν την επόμενη ημέρα και να την ξαναθυμηθούν όταν θα φύγει, “επειδή δεν μπόρεσε να προσαρμοσθεί”.
Φυσικά, δεν είναι θέμα “προσαρμογής”. Δεν είναι στρατιωτική θητεία, είναι οικειοθελής αλλαγή περιβάλλοντος.
Το κράτος, λοιπόν, οφείλει να σταθεί αρωγός όχι μόνο μέχρι το χειροκρότημα και τις φωτογραφίες στα ΜΜΕ, αλλά μετά την εγκατάσταση στο χωριό. Να στηρίξει, να παρακολουθεί, να ενθαρρύνει, να δημοσιοποιεί τα “καλά” της όλης προσπαθείας και όχι να ξεχνά τους “τολμηρούς” μόλις περάσει το “λούστρο” της πρώτης δημοσιότητας.
Η αποτυχία του πειράματος στην Ευρυτανία, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει οδηγός, για την σωστή αντιμετώπιση του θέματος “ζωή στην περιφέρεια”. Ούτως ή άλλως, η “επιστροφή” θα γίνει, αργά ή γρήγορα, όσο οι πόλεις μας θα γίνονται όλο και λιγότερο φιλικές προς τον άνθρωπο…
Δημήτρης Καπράνος
