ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ.Σκέψη – Μηχανὴ – Ἐλευθερία – Μετουσίωση
Τὴν ἀναγνώρισή μας συνήθως τὴν παρέχουν οἱ ἐπιστῆμες. Ἡ σκέψη ὅμως εἶναι ἄλλο πρᾶγμα καὶ κάτι τὸ πολὺ σημαντικό. Τὸ νὰ σκεφτόμαστε, μᾶς διδάσκει ὁ Χάιντεγκερ, σημαίνει νὰ ἀμφισβητοῦμε καὶ νὰ διερωτώμεθα γιὰ τὶς ἰδέες ποὺ ἔχουμε στὸ μυαλό μας. Νὰ τὶς ὑποβάλλουμε σὲ ἐπαλήθευση, διότι ὡς γνωστὸν οἱ ἰδέες ποὺ ἔχουμε στὸ μυαλό μας εἶναι ὁ καρπὸς τῆς ἐκπαίδευσῆς μας, τοῦ περιβάλλοντος στὸ ὁποῖο γεννηθήκαμε, τῆς γλώσσας ποὺ μιλᾶμε, τῆς θρησκείας ποὺ ὀμολογοῦμε. Αὐτὲς εἶναι οἱ ἰδέες ποὺ ἔχουμε στὸ μυαλό μας.
Ἡ φιλοσοφία, ξεκινώντας ἀπὸ τὸν Σωκράτη, συνίσταται στὴν ἀμφισβήτηση καὶ τὴν λογικὴ ἐπεξεργασία αὐτῶν τῶν ἰδεῶν, γιατὶ ἀλλιῶς καταντοῦν νοητικὲς συνήθειες, τὶς ὁποῖες προϊούσης τῆς ἡλικίας μας τὶς ὀνομάζουμε ἀρχὲς καὶ κανόνες. Στὴν πραγματικότητα ὅμως εἶναι ἕωλες ἔννοιες, ληθαργικὲς ὑπαγορεύσεις ποὺ μᾶς παρέχουν μὲν κάποια ἀσφάλεια ἀλλὰ μᾶλλον δὲν εἶναι ἀληθινές.
Ἄρα τὸ νὰ σκεφτόμαστε σημαίνει νὰ ἀμφισβητοῦμε καὶ νὰ διερωτώμεθα γιὰ τὶς ἰδέες ποὺ ἔχουμε. Ὅταν ὁ Σωκράτης ξεκίνησε τὴν φιλοσοφία, ἡ ὁποία δὲν γεννήθηκε στὰ πανεπιστήμια ἀλλὰ στοὺς δρόμους καὶ στὴν ἀγορὰ τῆς πόλης, ἔθετε στοὺς μαθητές του, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν, ἐρωτήσεις τοῦ τύπου: τί εἶναι ὀμορφιά, τί εἶναι δικαιοσύνη, τί εἶναι ἀλήθεια, καὶ κάθε φορὰ ἐπαλήθευε ἂν οἱ γνῶμες ποὺ ἐλάμβανε ἦταν βάσιμες ἢ ἀβάσιμες. Ἂν διέθεταν λογικὴ ἐπαληθεύσιμη καὶ καθολικὴ ἐγκυρότητα.
Αὐτὸ σημαίνει σκέφτομαι ἢ συμπεριφέρομαι σκεπτόμενος ἢ ἔχω τὴν ἀρετὴ τῆς σκέψης. Νὰ μὴν συγχέομε τὴν σκέψη μὲ τὴν γνώση. Ἡ γνώση μᾶς δίνει τὶς ἐπιστῆμες, ἀλλὰ ἡ σκέψη ἢ τὴν ἔχουμε καὶ τὴν ἀσκοῦμε ἢ παραμένουμε ἀδιαφανεῖς ἄνθρωποι, στὸ σκοτεινὸ νέφος μας, συνεχίζοντας νὰ ἀναμασοῦμε παληές νοητικὲς συνήθειες ποὺ δὲν μπήκαμε ποτὲ στὴν βάσανο νὰ τὶς ἐρευνήσουμε πρὸς ἐπαλήθευση.
Ποιὰ θὰ ἦταν ἡ ἁρμόζουσα διαδικασία μιᾶς ἐφαρμογῆς ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε τοὺς ἀνθρώπους στὸ νὰ σκέπτονται; Αὐτὴ ἡ προτροπὴ τῶν ἀνθρώπων στὸ νὰ σκέπτονται θὰ ἔπρεπε νὰ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ἕκτη δημοτικοῦ, καὶ ἡ φιλοσοφία ἀκόμη πιὸ πρίν, ἀπὸ τὴν πρώτη δημοτικοῦ. Ἡ συνήθεια στὴν σκέψη, καὶ ὄχι στὴν ἀποστήθιση, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθεῖ σὲ ὅλα τὰ σχολεῖα. Δὲν πρέπει νὰ ὠθοῦμε τοὺς μαθητὲς στὴν ἀποστήθιση πληροφοριῶν ἀλλὰ νὰ τοὺς ἐκπαιδεύουμε στὸ νὰ σκέπτονται, καὶ νὰ τοὺς ὑποδεικνύουμε τὴν μέθοδο ἄντλησης πληροφοριῶν ὅταν τὶς χρειάζονται.
Σήμερα, ζῶντας ἕνα καθεστὼς ἀκραίας χρηστικῆς νοοτροπίας, μὲ ἔντονη τὴν τάση κατάργησης τῆς φιλοσοφίας καὶ τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν, θὰ εἶχε ἐνδιαφέρον, ὅσον ἀφορᾶ τὴν φιλοσοφία, ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖο ἀναδύεται ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀριστοτέλους, περὶ τῆς χρησιμότητας τῆς φιλοσοφίας. Καὶ ἡ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἀριστοτέλη.
Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἄχρηστη γιατὶ δὲν πρόκειται περὶ δουλείας. Καὶ εἶναι οὐσιαστικὰ ἀπαραίτητο νὰ μάθουμε τὰ παιδιὰ νὰ σκέφτονται, ὄντας μικρὰ ἀκόμη, καὶ νὰ ἐπεκτείνουμε τὴν διδασκαλία τῆς φιλοσοφίας στὴν σχολικὴ καθημερινότητα, γιατὶ ἡ σκέψη δὲν εἶναι κάτι τὸ προαιρετικό. Ὅσοι δὲν σκέφτονται, καταντοῦν ἄβουλα πιόνια καὶ προσαρμόζονται στὶς φράσεις τοῦ τύπου: τὸ ἄκουσα νὰ τὸ λένε (π.χ. στὴν τηλεόραση), ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν αὐτὸ ποὺ ἄκουσα χαίρει λογικῆς νομιμότητας σκέψης ἢ ἂν εἶναι λογικῶς θεμελιωμένο ἢ ἁπλῶς εἶναι μιὰ προφορικὴ διαφήμιση.
Μὲ τὴν λέξη μηχανὴ δὲν χρειάζεται ἀπαραίτητα νὰ σκεφτόμαστε τὸ αὐτοκίνητο, τὸ ψυγεῖο, τὸ κινητὸ τηλέφωνο, τὸν ὑπολογιστή, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐργαλεῖα εἶναι μηχανὲς ποὺ ἀνήκουν στὴν τάξη τῆς τεχνολογίας. Ἡ τεχνολογία εἶναι τὸ σύνολο τῶν ἐργαλείων. Ἡ τεχνικὴ ὅμως εἶναι ἡ ὑπὲρ μηχανὴ ποὺ διέπει τὴν ἀπόδοση ὅλων αὐτῶν τῶν μηχανῶν. Ἡ τεχνικὴ εἶναι μιὰ μορφὴ ὀρθολογισμοῦ, τὴν ὑψηλότερη ποὺ ἔχει ἐπιτύχει ποτὲ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς, καὶ ἡ ὁποία συνίσταται στὴν ἐπίτευξη τοῦ μεγίστου τῶν στόχων μὲ τὴν ἐλάχιστη χρήση μέσων.
Οἱ παλαιότεροι ἐνθυμούμαστε ὅτι κάποτε τὰ κινητὰ τηλέφωνα ἦταν κάποια τεράστια κουτιὰ καὶ ἐξυπηρετοῦσαν μόνον μία λειτουργία. Σήμερα τὸ κινητὸ τηλέφωνο εἶναι ἕνα πολὺ μικρὸ πρᾶγμα ποὺ ἐκτελεῖ χιλιάδες λειτουργίες. Δηλαδή, ἐπιτυγχάνει ἡ τεχνική του τὸ μέγιστο τῶν σκοπῶν μὲ τὴν χρήση τοῦ ἐλαχίστου χώρου καὶ χρόνου.
Ἑπομένως ὅλα τὰ τεχνικὰ μέσα ἀκολουθοῦν τὴν ἀρχὴ τοῦ ὀρθολογισμοῦ τῆς τεχνικῆς: νὰ φτάσουμε στὸ μέγιστο τῶν στόχων μὲ τὴν ἐλάχιστη χρήση τῶν μέσων. Αὐτὸς ὁ ὀρθολογισμὸς εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ κυριαρχεῖ στὴν ἀγορὰ μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι ἡ ἀγορά, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἕνα ἀνθρώπινο πάθος γιὰ χρήματα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἡ τεχνικὴ ἐξαιρεῖται πλήρως.
Ἡ τεχνικὴ δὲν ἔχει ἄλλους στόχους ἐκτὸς ἀπὸ τὴν αὐτοενδυνάμωσή της, δὲν ἀνοίγει σενάρια σωτηρίας, δὲν ἀνοίγει ὁρίζοντα νοήματος, δὲν λυτρώνει, δὲν λέει τὴν ἀλήθεια. Ἡ τεχνικὴ ἁπλὰ καὶ ψυχρὰ λειτουργεῖ καὶ καθὼς ἡ λειτουργία της ἔχει γίνει πλανητική, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται πλέον καμμία ἐλευθερία ἐπιλογῆς. Δὲν μπορῶ νὰ ἐπιλέξω ἂν θὰ ἔχω ἢ ὄχι κινητὸ τηλέφωνο, δὲν μπορῶ νὰ ἐπιλέξω νὰ ἔχω ἢ ὄχι ὑπολογιστή.
Ἡ τεχνολογία μᾶς πλημμυρίζει καθημερινῶς μὲ νέα προϊόντα, δημιουργώντας μας, μέσω τῆς ἐπιτηδευμένης ἐπιστημονικῆς ψυχολογικῆς προώθησης, νέες ἀνάγκες ποὺ οὔτε κὰν τὶς εἴχαμε σκεφθῆ. Μιὰ πιθανὴ ἄρνησή μας, στὸ δέλεαρ τῆς ἀπόκτησης αὐτῶν τῶν προϊόντων, θὰ ὁδηγοῦσε ἀναντιστρέπτως στὸν κοινωνικὸ ἀποκλεισμό μας.
Εἴμεθα, λοιπόν, ἀκόμη ἐλεύθεροι ἢ ἀναπόφευκτα ἐξαρτημένοι καὶ ἡ ζωή μας σταδιακὰ τροποποιεῖται ἐξ αἰτίας τῶν προϊόντων τῆς τεχνολογίας ποὺ εἰσβάλλουν στὴν ζωή μας καὶ τῶν ὁποίων δὲν μποροῦμε νὰ αὐτοεξαιρεθούμε;
Βεβαίως καὶ δὲν εἴμεθα ἐλεύθεροι γιατὶ ἡ ἐλευθερία νοεῖται καὶ εἶναι αὐτοδέσμευση ἐντὸς κάποιων λογικῶν ὁρίων. Ἀγνοήσαμε τὶς δελφικὲς παραινέσεις: Μηδὲν Ἄγαν καὶ Μέτρον Ἄριστον ἤτοι καμμία ὑπερβολὴ καὶ καμμία ὑπέρβαση τῶν ὁρίων ἐκείνων ποὺ οἱ ἀρετὲς ἐπιτάσσουν καὶ ἡ ἄσκηση τῆς φιλοσοφίας δύναται νὰ μᾶς ἐφοδιάσει.
Βεβαίως, καὶ ἐδῶ ἀπαιτεῖται φιλοσοφικὴ ὡριμότητα, πρέπει ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ δεσμεύσω τὸν ἑαυτόν μου στὸ νὰ γνωρίζω τί νὰ πράττω ἢ τί νὰ μὴν πράττω καὶ νὰ βάζω ὁ ἴδιος τὰ ὅρια μου γιατὶ ἂν μοῦ τὰ ἐπιβάλλει κάποιος ἄλλος, αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ δυνάστης μου, ὅπως καὶ ἡ ἀσυδοσία θὰ εἶναι ἡ δουλεία μου.
Εἶναι πλέον γεγονὸς ἀναμφισβήτητο, καὶ τὸ διαπιστώνουμε συνεχῶς, ὅτι ὅλος ὁ κόσμος λειτουργεῖ στὸ διαδίκτυο καὶ μὲ τὸ διαδίκτυο. Ὅλοι εἴμαστε ἐγκλωβισμένοι σὰν ψάρια σὲ αὐτὸ τὸ ἀόρατο φαντασιακὸ δίχτυ καὶ κανένα ψάρι δὲν δύναται νὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπ’ αὐτό, τόσο ἁπλό.
Ἐπιμύθιο αὐτοῦ; Ἡ ἐλευθερία δὲν αὐξάνεται μὲ τὴν τεχνικὴ ἀλλὰ μειώνεται. Ἄρα μποροῦμε νὰ ἀποφανθοῦμε ὅτι ἡ τεχνική, κατὰ κάποιο τρόπο, εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν διαθέτει ἔνστικτα ἤτοι ἄκαμπτες ἀντιδράσεις στὰ ἐρεθίσματα ποὺ λαμβάνει ἀπὸ τὸ περιβάλλον του. Δὲν ἔχει ἔνστικτα λέει ἡ ἐπιστήμη.
Μετουσίωση.
Τὸ ἔνστικτο εἶναι μιὰ ἄκαμπτη ἀπάντηση σὲ ἕνα ἐρέθισμα. Ἄκαμπτο σημαίνει ὅτι δὲν ἐπιτρέπει παραλλαγές. Ἂν δώσω ἕνα κομμάτι κρέας σὲ ἕνα πρόβατο δὲν τὸ τρώει, ἂν τοῦ δώσω ἕνα δεμάτι χόρτο ἢ σανό, ἀρχίζει νὰ τὸ τρώει. Ἄκαμπτη καὶ μοναδικὴ ἀντίδραση.
Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουμε ἔνστικτα, δὲν ἔχουμε ἄκαμπτη ἀπάντηση στὰ ἐρεθίσματα, ἔχουμε ἐνορμήσεις ἢ παρορμήσεις μὲ ἀπροσδιόριστο σκοπό. Ἐξ αὐτοῦ συγχέομε τὴν ἐλευθερία μας μὲ τὴν ἀπροσδιοριστία τῶν παρορμήσεῶν μας. Ἀκόμη καὶ τὸ περίφημο σεξουαλικὸ ἔνστικτό μας δὲν εἶναι τόσο ἄκαμπτο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔρθει ἀντιμέτωπος μὲ μιὰ σεξουαλικὴ παρόρμηση, δύναται νὰ ἀφοσιωθεῖ σὲ ὅλες τὶς διαστροφές, ποὺ δὲν φαίνεται νὰ συμβαίνει στὰ ζῶα. Μπορεῖ νὰ φτιάξει ἕνα ἔργο τέχνης ἢ νὰ γράψει ἕνα ποίημα ἢ νὰ πραγματοποιήσει, πάντα κατὰ τὸν Φρόιντ, μιὰ πράξη ὑψίστης νοητικῆς σύλληψης. Αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται μετουσίωση.
Ὁ ἴδιος ὁ Φρόυντ ὁρίζει ὡς μετουσίωση τὴν ἔκφραση τῶν παρορμήσεων βιολογικῆς προέλευσης (οἱ ὁποῖες, σύμφωνα μὲ αὐτόν, περιλαμβάνουν τὶς ὁρμὲς τοῦ ἀτόμου νὰ θηλάζει, νὰ δαγκώνει, νὰ λερώνει, νὰ μάχεται, νὰ συνουσιάζεται, νὰ κοιτάζει τοὺς ἄλλους καὶ νὰ θεᾶται ἀπὸ αὐτούς, νὰ ἐπιφέρει τραυματισμούς, νὰ προκαλεῖ πόνο, νὰ προστατεύει τὰ μικρά του καὶ ἄλλα πολλὰ) μὲ ἕναν τρόπο ποὺ εἶναι κοινωνικὰ ἀποδεκτός.
Ὅταν οἱ ἐπιθυμίες τοῦ ἀτόμου δὲν μποροῦν νὰ ἐκτονωθοῦν, ὡς μὴ κοινωνικὰ ἀποδεκτές, τὸ ἄτομο ἀναζητεῖ ἐναλλακτικοὺς τρόπους ἐκτόνωσης τοῦ συναισθήματος. Στὴν προσπάθειά του αὐτή, μετασχηματίζει (μετουσιώνει) τὶς «ἀπαγορευμένες» ἐπιθυμίες σὲ μιὰ δραστηριότητα κοινωνικὰ ἢ πολιτισμικὰ ἀποδεκτή.
Τὸ πολιτισμικὸ καὶ κοινωνικὸ περιβάλλον ἀποτρέπει τὸ ἄτομο ἀπὸ τὸ νὰ ἐκφράσει ἐπιθυμίες ἢ φαντασιώσεις ἢ ἔνστικτα ποὺ ἔρχονται σὲ σύγκρουση μὲ τοὺς κανόνες ποὺ ἔχει τὸ ἴδιο τὸ περιβάλλον καθορίσει. Ἔτσι, π.χ. τὸ μῖσος πρὸς ἀγαπημένα πρόσωπα μπορεῖ νὰ μετουσιωθεῖ σὲ δημιουργία ἔργων τέχνης, ὁπότε ἡ ἐπιθετικότητα ἀποδύεται τὸ ἀρνητικό της περίβλημα καὶ λαμβάνει μιὰ μορφὴ ἀποδεκτή. Γενικά, οἱ ἐνστικτώδεις τάσεις μας, σύμφωνα μὲ τὸν Φρόυντ, ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς παιδικῆς μας ἡλικίας. Συγκεκριμένες ὁρμὲς καὶ συγκρούσεις προσλαμβάνουν μιὰ ἰδιαίτερη σημασία καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ κατευθύνονται δημιουργικὰ πρὸς ἄλλες χρήσιμες δραστηριότητες.
Τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν ἔνστικτα τονίζεται καὶ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα στὸ ἔργο του, Πρωταγόρας. Κάποτε ὁ Ζεὺς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ στὸν Ἐπιμηθέα (αὐτὸς ποὺ σκέφτεται ἐκ τῶν ὑστέρων) νὰ δώσει σὲ ὅλα τὰ ἔμβια ὄντα τὴν ἰδιότητά τους. Ὅταν ἔφτασε ὅμως στὸν ἄνθρωπο δὲν εἶχε τίποτα νὰ δώσει.
Ὁ Ζεὺς λυπήθηκε τοὺς ἀνθρώπους καὶ πρόσταξε τὸν Προμηθέα (αὐτὸν ποὺ σκέπτεται ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἀδελφὸ τοῦ Ἐπιμεθέα) νὰ προικίσει τοὺς θνητοὺς μὲ τὴν ἀρετή του. Καὶ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος, ἐν ἀντιθέσει, μὲ τὰ ἄλλα ἔμβια, πεινάει καὶ ἀπὸ μελλοντικὴ πείνα, φροντίζει γιὰ τὴν μελλοντική του πείνα ἀκόμα καὶ ὅταν ἔχει γεμᾶτο στομάχι.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ἀρετὴ ἀλλὰ σὲ ἐντελῶς διαφορετικὴ βάση ἀπὸ τὴν ὑπόστασή της, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἔνστικτα καὶ δὲν ξέρει πὼς νὰ κινηθεῖ ἐν ἀντιθέσει μὲ τὰ ζῶα ποὺ μόλις γεννηθοῦν ξέρουν ἤδη τί πρέπει νὰ κάνουν γιὰ ὅλη τους τὴν ζωή.
Ὁ ἄνθρωπος χρήζει ἐκπαίδευσης καὶ στὸ διάβα τοῦ χρόνου θέσπισε κανόνες καὶ νόμους συμπεριφορᾶς. Οἱ θεσμοὶ εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο διασφαλίζεται ἡ συνύπαρξη σὲ μιὰ κοινωνία μέσω τῆς μείωσης τῶν συγκρούσεων. Οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ ἐκπαιδεύονται καὶ νὰ τηροῦν τὸν νόμο γιατὶ ἡ ἀσάφεια τῆς φύσης τους ποὺ δὲν κωδικοποιεῖται ἀπὸ τὰ ἔνστικτα, ὅπως στὰ ζῶα, χρειάζεται ἕναν προσδιορισμὸ ποὺ ἔχει καθορισθῆ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς νόμους.
Γιάννης Σ. Γκανάσος
Ἐπειός
