Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ.ΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΩΦΕΛΙΜΟΥ

Γκανάσος ΓιάννηςἘπίπλαστες ἀνάγκες ποὺ διεγείρουν ἀκόμα πιὸ ἐπίπλαστες ἐπιθυμίες μᾶς καθιστοῦν νευρόσπαστα ἐνεργούμενα ἑνὸς διαρκοῦς παρόντος.

Ἂν καὶ δὲν ὀμολογεῖται εὐθέως, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸ ὅτι, στὶς καθημερινές μας συναναστροφὲς τοῦ παρόντος γίγνεσθαι, ἐπικρατεῖ εὐρέως καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς μας τὸ ἀξίωμα βάσει τοῦ ὁποίου μόνον ὅτι εἶναι ὠφέλιμον, ἢ ἀλλιῶς πὼς χρήσιμον, ἀξίζει νὰ λαμβάνεται σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν, νὰ μελετᾶται καὶ νὰ ἀξιοποιεῖται μὲ τὸν προσήκοντα τρόπο καὶ στὴν κάθε ἐφαρμογή του.

Στὴν ἐπικράτηση αὐτοῦ τοῦ ἀξιώματος ὀφείλεται καὶ ἡ συρρίκνωση τῶν λεγομένων ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν προεξαρχούσης τῆς φιλοσοφίας.

Ἤδη ἀπὸ τὸ 1794 ὁ φιλόσοφος καὶ ποιητὴς Φρίντριχ Σίλλερ (Friedrich Schiller, 1759 – 1805) εἶχε διαπιστώσει ὅτι: Τὸ ὠφέλιμον (ἢ χρήσιμον) εἶναι τὸ εἴδωλον εἰς τὸ ὁποῖον τὰ πάντα πρέπει νὰ ὑπόκεινται. Νομίζω ἕνας τέτοιος ὁρισμὸς προσιδιάζει κατὰ πολὺ περισσότερο στὴν δική μας ἐποχή. Σήμερα, αἰσθανόμεθα ὅτι ἡ ὑπερίσχυση τοῦ ὠφελίμου συνιστᾶ τὸ ψυχρὸ κριτήριο ποὺ ὀρθώνεται ὡς τὸ οὐκ ἄνευ τῆς κάθε ἐνέργειάς μας καὶ ὡς ὁ μοναδικὸς κανὼν κάθε ἀναφορᾶς καὶ δραστηριότητάς μας. Οἱ νέοι διερωτῶνται ποία εἶναι ἡ ὠφέλεια τῆς φιλοσοφίας καὶ ποία ἡ θέση ἐργασίας μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν τους. Ἐρωτήσεις ποὺ ἐνσωματώνουν τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας καὶ οἱ ὁποῖες θὰ ἦταν ἀπολύτως παράλογες τὴν ἐποχὴ τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπῆρξε ποτὲ κάποιος ὑποψήφιος τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Πλάτωνος ἢ τοῦ Λυκείου τοῦ Ἀριστοτέλους ἢ τοῦ Κήπου τοῦ Ἐπικούρου ποὺ νὰ τὶς προσέγγισε μὲ διακηρυγμένο τὸν σκοπὸ τῆς μετέπειτα εὑρέσεως ἐργασίας.

Στὶς Ἐννεάδες του ὁ Πλωτίνος (1.6.9.6-15) εἰκονοποιεῖ τὴν ἐπίδραση τῆς φιλοσοφίας ὡς τὴν σμίλην τοῦ γλύπτου ἡ ὁποία διαμορφώνει τὸ ἐσωτερικό μας ἄγαλμα, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ ψυχὴ μας.

«Πῶς ἂν οὖν ἴδοις ψυχὴν ἀγαθὴν οἷον τὸ κάλλος ἔχει; Ἄναγε ἐπὶ σαυτὸν καὶ ἴδε· κἂν μήπω σαυτὸν ἴδῃς καλόν, οἷα ποιητὴς ἀγάλματος, ὃ δεῖ καλὸν γενέσθαι, τὸ μὲν ἀφαιρεῖ, τὸ δὲ ἀπέξεσε, τὸ δὲ λεῖον, τὸ δὲ καθαρὸν ἐποίησεν, ἕως ἔδειξε καλὸν ἐπὶ τῷ ἀγάλματι πρόσωπον, οὕτω καὶ σὺ ἀφαίρει ὅσα περιττὰ καὶ ἀπεύθυνε ὅσα σκολιά, ὅσα σκοτεινὰ καθαίρων ἐργάζου εἶναι λαμπρὰ καὶ μὴ παύσῃ <τεκταίνων> τὸ σὸν <ἄγαλμα>, ἕως ἂν ἐκλάμψειέ σοι τῆς ἀρετῆς ἡ θεοειδὴς ἀγλαία, ἕως ἂν ἴδῃς <σωφροσύνην ἐν ἁγνῷ βεβῶσαν βάθρῳ>.»

«Λοιπὸν πὼς θὰ δῆς τί ὀμορφιὰ ἔχει μιὰ καλὴ ψυχή; Ἀποσύρσου στὸν ἑαυτό σου καὶ κοίτα· καὶ ἂν δῆς τὸν ἑαυτό σου νὰ μὴν εἶναι ἀκόμη ὡραῖος, κάνε ὅπως ὁ δημιουργὸς τοῦ ἀγάλματος, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ γίνει ὡραῖο, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀφαιρεῖ, λαξεύει, λειαίνει καὶ καθαρίζει ὑλικὸ μέχρις ὅτου φανεῖ πάνω στὸ ἄγαλμα ἕνα ὡραῖο πρόσωπο, ἔτσι καὶ σὺ ἀφαίρεσε τὰ περιττὰ καὶ ἴσιωσε τὰ στραβά, καὶ ὅσα εἶναι σκοτεινὰ κάνε τα νὰ γίνουν λαμπρὰ καθαρίζοντάς τα, καὶ μὴν πάψεις νὰ σμιλεύεις τὸ ἄγαλμά σου, ἕως ὅτου λάμψει πάνω του ἡ θεόμορφη λαμπρότητα τῆς ἀρετῆς, ὥσπου νὰ δῆς «τὴ σωφροσύνη σὲ ἱερὸ βάθρο ἀνεβασμένη».

Σήμερα δυστυχῶς ὅλες οἱ ἀξίες ἀνάγονται καὶ θυσιάζονται στὸν βωμὸ τῆς μίας καὶ μόνης ἐπικρατούσας ἀξίας, τῆς ἀξίας τῆς συναλλαγῆς καὶ τοῦ ὠφελίμου μέσω ἑνὸς ξέφρενου καταναλωτισμοῦ.

Ὁ καταναλωτισμὸς μετατρέπει τὸ ὑποκείμενο σὲ ἕνα καθαρὸ μεμονωμένο ἄτομο. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ταυτότητα τοῦ ὑποκειμένου, δηλαδὴ τοῦ μεμονωμένου ἀτόμου, μετατρέπεται στὸ πλαίσιο τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας, σὲ ἕναν γνήσιο καταναλωτή, τὸ βλέπει σχεδὸν ὡς ἕνα ὂν ποὺ καταναλώνει.

Καὶ ὁ καταναλωτὴς πῶς λειτουργεῖ; Πῶς συμπεριφέρεται;

Καταναλώνει καὶ ξανὰ καταναλώνει, δηλαδὴ λειτουργεῖ μὲ βάση τὶς ἀνάγκες ποὺ εἶναι ὅλο καὶ περισσότερες ὅλο καὶ πιὸ ἐξατομικευμένες.

Τὸ ἐν λόγω ἄτομο ὑποτίθεται ὅτι καταναλώνει μὲ βάση τὶς ἀνάγκες του, ἀλλὰ ἀγνοεῖ ὅτι οἱ ἀνάγκες του αὐτές, στὴν πλειονότητά τους, εἶναι φτιαχτὲς καὶ τοῦ ὑποβάλλονται, ἐπειδὴ συνδέονται μὲ ἕναν θεμελιώδη μηχανισμό, τὸν μηχανισμὸ τῆς ἐπιθυμίας, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐλέγχεται καὶ κατευθύνεται ἔξωθεν τοῦ ἰδίου τοῦ ἀτόμου.

Τὴν διαχείριση τῆς ἐπιθυμίας, στὴν νεωτερικὴ ἐποχή μας καὶ σὲ ὅλον τὸν κόσμο, τὴν ἔχουν ἀναλάβει οἱ ψυχολογικὲς ἐπιστῆμες οἱ ὁποῖες συχνά, βρίσκονται στὴν ὑπηρεσία τῶν διαφημιστικῶν φαινομένων.

Ἐκεῖ ἀκριβῶς, ὅπου ἡ διαφήμιση, βεβαίως, ἐγγυᾶται τὴν σύνδεση μεταξὺ τῆς ἐπιθυμίας, ἡ ὁποία διεγείρεται ἔξωθεν μὲ τὸν κατάλληλο ἐξοπλισμὸ προβολῆς καὶ προώθησης, πέραν κάθε μέτρου, καὶ τῆς ὑποτιθέμενης ἀνάγκης ποὺ μετατρέπεται ὅμως σὲ μιὰ ἀτομικὴ ἀνάγκη.

Ἡ τεχνηέντως ξέφρενη ὑποβολὴ ἐπιθυμιῶν, μέσω τῆς ὀργανωμένης διαφήμισης, κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ αἰσθάνεται ὡς Μὴ Εὐτυχὴς ἢ πιὸ ἁπλὰ ὡς Δυστυχισμένος, γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶναιγιὰ αὐτὸ ποὺ ἔχει, τὸ ὁποῖο ἀναποδογυρίζεται, καὶ συχνὰ αὐτὸ ποὺ εἶναι ταυτίζεται μὲ αὐτὸ ποὺ ἔχει, καὶ κατ’ ἐπέκταση αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι μὲ αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει.

Καὶ νομίζω σήμερα εἶναι ἀρκετὰ διαδεδομένη στὸν κόσμο ἡ νεωτερικὴ πεποίθηση ὅτι εἶσαι αὐτὸ ποὺ ἔχεις.

Ἄρα ὅταν δὲν ἔχεις (χρῆμα), δὲν εἶσαι.

Καὶ πιὸ χυδαῖα, δὲν ἔχεις δὲν μετρᾶς.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν περιληπτικὴ ἀνάλυση καὶ τὴν ὀδυνηρή διαπίστωση ἐπείγει μιὰ ἐπανεκκίνηση τῶν ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν γιὰ νὰ τεθεῖ ὑπὸ συζήτηση αὐτὸ τὸ ἀξίωμα ὥστε νὰ ἀποκτήσουμε κριτικὴ συνείδηση τῆς θέσης μας στὸν κόσμο.

Τὸ θεμελιῶδες καθῆκον τοῦ πολιτισμοῦ μας εἶναι ἡ ἀπόκτηση τῆς ἐπίγνωσης καὶ τῆς κριτικῆς αὐτοσυνείδησης, τῆς δικῆς μας ἱστορικῆς ριζοβολίας καὶ τῆς θέσεώς μας στὸν παρόντα κόσμο ἀλλὰ καὶ στὶς μελλοντικὲς προοπτικὲς μας. Ἔτσι ἐπιτρέπομε τὸ ἄνοιγμά μας, ὡς ἄτομα ἀλλὰ καὶ ὡς κοινωνία σὲ ἕναν ἐπικεντρωμένο σχεδιασμὸ στὶς ἱστορικὲς ρίζες μας, στὴν ἱστορική μας προέλευση, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ μᾶς ἑνώνει στὴν παράδοση χωρὶς κάποια καταναγκαστικὴ μορφὴ ποὺ θὰ μᾶς στεροῦσε τὸ ἄνοιγμά μας στὸ μέλλον. Καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ ριζοβολία μας στὴν παράδοση τὸ ἐναρκτήριο λάκτισμα γιὰ νὰ ἀνοιχτοῦμε στὴν μιὰ καὶ μόνη ὑγιὴ μελλοντικὴ προοπτική.

Σήμερα, παραδόξως, τὸ μόνον πλέον ἀνεγνωρισμένον καὶ διακηρυγμένο κριτήριον τοῦ ὠφελίμου, ἐμποδίζει τόσο τὴν ριζοβολία μας στὴν παράδοση ὅσο καὶ τὸ ἄνοιγμά μας στὸ μέλλον.

Ἡ ἐποχή μας ἔχει ποικιλοτρόπως χαρακτηριστεῖ ὡς ρευστή, ἐπισφαλὴς καὶ ἐπικίνδυνη εἰς τὴν ὁποία ἀπουσιάζει ἐγγενῶς τὸ μέλλον.

Διαβιοῦμε τὴν ἐποχὴ τοῦ αἰωνίου παρόντος, ἀφοῦ ἐντὸς τοῦ αἰωνίου αὐτοῦ παρόντος ἔχουν ἀπορροφηθεῖ οἱ δύο διαστάσεις τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, ὑποσκάπτοντας ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια τὴν οἰκολογικὴ συνιστῶσα καὶ προοπτική.

Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ἰδιομόρφου πανταχοῦ παρόντος, τὸ πᾶν ἐξαντλεῖται, δυνάμει, στὸ ἐδῶ καὶ τώρα (hic et nunc) τῆς ἀμέσου ὠφελιμότητας, τῆς ἐξωραϊσμένης χρησιμότητας καὶ τῆς προβεβλημένης παντοειδῶς ἄμεσης κατανάλωσης. Ἰδοὺ λοιπὸν γιατὶ εἶναι ἀναγκαία μιὰ ἐπαναφορὰ τῶν κλασσικῶν σπουδῶν ὥστε νὰ τεθεῖ ξανά, ὑπὸ αὐστηρὰ καὶ οὐσιαστικὴ συζήτηση, τὸ ἀκανθῶδες σύγχρονο ἀξίωμα βάσει τοῦ ὁποίου μόνον τὸ ὠφέλιμον ἔχει ἐγγενὴ ἀξία.

Ἡ φιλοσοφία στὴν πορεία της, πρὸς τὴν κατάκτηση τῆς Γνώσεως καὶ τῆς Σοφίας, ἔχει ὡς μόνη αἰώνια τροφή της τὸ ἀναζητεῖν καὶ προάγεται κυρίως μέσω δημοκρατικῶν θεσμῶν μὲ τὸ συζητεῖν (συν+ζητεῖν).

Ἡ ἐνασχόληση γενικώτερα μὲ τὴν φιλοσοφία καὶ εἰδικώτερα μὲ τὴν ἐπιστήμη, ρητῶς ἐπιτάσσει τὴν ὑποβολὴ πρὸς τὸν ἑαυτόν μας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους, εὐστόχων ἐρωτημάτων, τὰ ὁποία ὑποκινεῖ ἡ ἀπορία καὶ ὁ θαυμασμὸς τῆς θεάσεως τῶν πραγμάτων, τῶν συμβάντων καὶ τῶν φαινομένων τοῦ κόσμου, στὸν ὁποῖο ἀνήκουμε καὶ μέρος του ἀποτελοῦμε. Ἀπαιτεῖ τὴν προσπάθεια τεκμηριωμένης ἐπιστημονικῆς ἢ γενικῶς λογικῆς ἀπαντήσεως μετὰ ἐπιχειρημάτων, κατὰ τὰ προτάγματα τῆς διαλεκτικῆς, ἡ ὁποία φανερώνει καὶ ἐξηγεῖ κάθε πράγμα μὲ τρόπο ἐπιτήδειο στὴν ἀπόδειξη.

Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατορθώνει συνειδητὰ νὰ ὑπερβεῖ τὴν ἄγνοια τῆς ἀγνοίας του, διαισθάνεται τὴν ἀνάγκη τῆς φιλοσοφίας καὶ μὲ ὄργανο τὴν διαλεκτικὴ προχωρεῖ σὲ μία δυναμικὴ κλιμακουμένη μέθοδο ἀναζητήσεως τῆς ἀληθείας.

Ἀντιλαμβανόμεθα, ὡς ἐκ τούτου, τὴν σπουδαιότητα τῆς διασωθείσης Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γραμματείας, ἡ ὁποία σημειωτέον, συνέβαλε ἀποφασιστικῶς στὴν (πρώτη) Ἀναγέννηση (τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος) στὴν Εὐρώπη, ἡ ὁποία Εὐρώπη, ἐξερχομένη καὶ ἀσθμαίνουσα ἀπὸ τὴν ὑπερχιλιετή πνευματικὴ νάρκη τοῦ Μεσαίωνος, ἐμβολιάσθηκε ἀπὸ τὰ μηνύματα τοῦ ἑλληνικοῦ στοχασμοῦ, τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.

Ἡ Ἑλληνικὴ Φιλοσοφία, διαχέει στοὺς ἀνθρώπους ἐκεῖνο τὸ ἀνέσπερο φῶς, τὸ ὁποῖο, τοὺς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ γνωρίζουν ποὺ βρίσκεται ἡ δικαιοσύνη, γι’ αὐτὸ ἦταν πάντοτε καὶ θὰ εἶναι ἐσαεὶ ὁ ἄσβεστος φάρος τῆς τρικυμισμένης ψυχῆς τῆς ἀνθρωπότητας, διότι σὲ αὐτὴ βρῆκε καὶ θὰ προστρέχει γιὰ νὰ βρίσκει στὸ μέλλον τὶς λύσεις της, ἰδιαιτέρως, ὅταν τὴν αποπροσανατολίζουν σκοτεινὰ ἰδεολογήματα καὶ παράφρονες κοσμοδιορθωτές.

Καὶ ἡ φιλοσοφία, κατὰ τὸν Πλάτωνα, εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἀγαθὸ τὸ ὁποῖο δώρισαν ποτὲ οἱ θεοὶ στοὺς ἀνθρώπους καὶ θὰ συνεχίσουν νὰ τὸ δωρίζουν ἐσαεί.

Ὁ Πλάτων στὸν Θεαίτητο θὰ πεῖ:

«μάλα γὰρ φιλοσόφου τοῦτο τὸ πάθος, τὸ θαυμάζειν· οὐ γὰρ ἄλλη ἀρχὴ φιλοσοφίας ἢ αὕτη ».

Θεαίτητος (155.d.3)

Προσιδιάζει ἀπολύτως σὲ φιλόσοφο τὸ αἴσθημα τοῦτο, τὸ θαυμάζειν. Δὲν ὑπάρχει ἄλλωστε ἄλλη ἀρχὴ γιὰ τὴν φιλοσοφία παρὰ αὐτή.

Γιὰ νὰ μετασχηματιστεῖ ἀργότερα ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη ὡς ἑξῆς:

«Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει.»

Ἀριστοτέλης. Μεταφυσικὰ ἄ. (980a.21).

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν φύση τους ὀρέγονται τὴν γνώση.

Ὁ ἄνθρωπος διαθέτει μία ἔμφυτη ὄρεξη (τὸ ὀρέγεσθαι), ἡ ὁποία τὸν στρέφει πρὸς τὴν γνώση, τόσον τοῦ ἑαυτοῦ του ὅσον καὶ τοῦ περιβάλλοντός του, ὑπὸ τὴν εὐρεία ἔννοια αὐτοῦ τοῦ ὅρου.

Οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νὰ φιλοσοφοῦν ἕνεκα τοῦ θαυμάζειν, ἐννοούμενο ὄχι γενικῶς ὡς ἕνα θαῦμα γοητευτικό, ἀλλὰ ἀκριβῶς ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα, ὡς ἕνα «σόκ», ὅπως μία ἄμεση ἐπιμένουσα σύγκρουση καὶ μιὰ βούληση νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν ἄγνοια.

Ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία στοχεύει τὴν γνώση καὶ ὁ ἀπώτερος σκοπός της εἶναι ἡ κατανόηση τῶν πραγμάτων καὶ τῶν δρωμένων στὸν Σύμπαντα Κόσμο ὥστε νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος τὴν αὐτογνωσία του καὶ νὰ πορευθεῖ τὴν σκολιὰ ὁδὸ πρὸς τὴν εὐδαιμονία καὶ τὴν ἀπόκτηση ἀνωτέρας συνειδήσεως.

Γιάννης Σ. Γκανάσος

Ἐπειός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *