Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΠΛΑΡΑΚΗΣ

 

Γράφει ο Χαράλαμπος Δρακάτος

Πρόεδρος Πολιτιστικής Ένωσης Περάματος

ΔΡΑΚΑΤΟΣ 2Στη σημερινή μας αναμνηστική παρέμβαση θ’ ασχοληθούμε και πάλι με τον καλοκάγαθο, αείμνηστο γραφικό τύπο των χρονών εκείνων, στρατηγό Γ. Διπλαράκη. Μα τούτη τη φορά όχι στο τραίνο του Περάματος, αλλά στα πράσινα λεωφορεία Περάματος – Πειραιώς, τα περίφημα εκείνα γαλλικά «σουασόν».

Ήταν απόγευμα της μέρας εκείνης του Μάη του 1958, ώρα εξόδου του Ναυτικού, και η αφετηρία κάτω στο τέρμα Περάματος, έξω από το κέντρο του Αλευρά και το κέντρο «Μικράκι» είχε γεμίσει από άσπρα ναυτάκια. Κολλαρίνες, καπέλα άσπρα με μαύρες κορδέλες, μανίκια στολισμένα με κόκκινα ή χρυσά σημάδια του βαθμού και της ειδικότητος ενός εκάστου. Οι ναύτες, χαρούμενοι που είχαν έξοδο, όρμησαν στο λεωφορείο που πήρε στροφή στην πλατεία και σταμάτησε μπροστά τους, ανοίγοντας την πίσω διπλή πόρτα για να επιβιβασθούν.

Μαζί τους όμως, κατά παράξενη συγκυρία, βρέθηκε και ο μικρόσωμος, ξακουστός και αγαπητός σ’ όλους στρατηγός Διπλαράκης που, ποιος ξέρει κάτω από ποιες συνθήκες, είχε βρεθεί στο Πέραμα και μάλιστα στο Τέρμα. Θέλησε λοιπόν κι αυτός να στριμωχθεί με τα ναυτάκια, προκειμένου ν’ ανεβεί στο λεωφορείο με τις ίδιες του δυνάμεις. Αλλά, ω του θαύματος! Τα ευγενικά ναυτάκια, μόλις αντελήφθησαν τη γενναιότητά του και γνωρίζοντας την πληθωρική του νεότητα, φωνάξανε δυο – τρεις μαζί:

– Προσοχή παιδιά! Στρατηγός εν αποστρατεία και ηλικίαν εν όψει! Ανασύρατε!

Και αμέσως δέκα στιβαρά χέρια, πίσω – μπρος, τον ανέσυραν σαν πούπουλο και τον κάθισαν αναπαυτικά στο πρυμναίο κάθισμα του λεωφορείου (που ήταν τριθέσιο) απέναντι από τον Περαματιώτη εισπράκτορα Βλάσση Σκαλτσά, που χαμογέλασε καλοκάγαθα γνωρίζοντας τον στρατηγό, και φυσικά για εισιτήριο ούτε λόγος να γίνεται! Με μια τέτοια προσωπικότητα, κανείς πληρώνει για να ’χει μια φιλοσοφημένη ανταλλαγή απόψεων και όχι μόνον. Είπε λοιπόν ο εισπράκτορας:

– Σαν να κουραστήκατε στρατηγέ…

– Σε κουράζουν πράγματι αυτοί οι δρόμοι, έστω και αν σε πηγαίνει ένα ωραίο λεωφορείο σαν το δικό σας.

– Γυρίζεις πολλούς στρατηγέ και δεν πρέπει να κουράζεσαι τόσο.

– Η ανάγκη το θέλει… απάντησε θυμοσοφικά.

Κι ο δίοπος δίπλα του πρόσθεσε:

– Ο κόσμος όμως σε θαυμάζει στρατηγέ! Θαυμάζει τη φήμη σου, την ιστορία σου την πολεμική.

– Να του πεις να κάνει τη δουλειά του κι εμένα να μ’ αφήσει ήσυχο! ξίνισε ο Διπλαράκης.

Οι ναύτες όμως είχαν τον τρόπο τους να τον κάνουν να ξετυλίξει το πλούσιο γραφικό του τάλαντο. Τον ρωτά λοιπόν ένας υπόλογος (υπαξιωματικός του ναυτικού):

– Είναι μερικά από τα παράσημά σου που δεν τα έχω υπ’ όψιν μου, μπορώ να σε ρωτήσω γι’ αυτά;

Και απλώνοντας το χέρι του ’δείξε ένα παράσημο που το ’χε πίσω στην πλάτη του.

– Αυτό εδώ πίσω, τ’ όμορφο;

Ο στρατηγός χαμογέλασε λέγοντας:

– Είναι όμορφο, ε; Για πες μου, γιατί μου το λένε κι άλλοι.

– Καλά, εσύ δεν το βλέπεις;

– Μ’ αφού είναι πίσω στην πλάτη μου, πώς να το δω;

Κι ο υπόλογος, με πιο πολλή απορία, ξαναρωτά:

– Με το σακάκι κοιμάσαι; Δεν το βγάζεις τη νύχτα;

Κι ο στρατηγός ήσυχα:

– Το βγάζω, αλλά καθώς καταλαβαίνεις το σπίτι μου δεν έχει φωτερά. Νύχτα μπαίνω, νύχτα βγαίνω.

– Α! έκανε ο υπόλογος. Δίκιο έχεις. Λοιπόν;

– Αυτό φίλε μου, μου το ’βαλε, καθώς φαίνεται χωρίς να το καταλάβω, ο ίδιος ο Μόντυς!

– Ε! Ποιος είναι αυτός ο Μόντυς; ρωτήσανε μ’ απορία οι ναύτες τριγύρω.

– Μα καλά ρε παιδιά, δεν ξέρετε τον Μόντυ τον φιγουράκια;

– Ποιος είναι; Δεν τον ξέρουμε, πες μας.

– Ο μεγάλος στρατηγός των Εγγλέζων, ο Μογκόμερυ, που νίκησε τον Ρόμμελ στην Αφρική!

Σιγή για λίγο επικράτησε στο λεωφορείο, μιας και οι ιστορικές γνώσεις του Ναυτικού για τον στρατό της ξηράς των συμμάχων στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο φανήκανε λίγες. Όμως ο υπόλογος κάλυψε τη στιγμιαία αδράνεια και επετάχυνε.

– Το λοιπόν στρατηγέ, για ποιο σου ανδραγάθημα σε τίμησε ο στρατάρχης Μογκόμερυ;

Κι ο Διπλαράκης ψύχραιμα:

– Δεν ξέρω πως νοιώθουν οι άλλοι, όταν πρόκειται να πέσουν στη φωτιά της πιο κρίσιμης μάχης, αυτής που έκρινε την τύχη του πολέμου στη Βόρεια Αφρική.

– Ποια ήταν αυτή; βιάστηκε να ρωτήσει ένας ναύτης.

– Εκείνη του Ελ Αλαμέιν βεβαίως αγαπητέ μου!

– Συνέχισε στρατηγέ… και σεις μην ρωτάτε, παρατήρησε ο υπόλογος.

– Εξακολουθώ…

Και σηκώνοντας τη στραταρχική του ράβδο που τον συνόδευε πάντοτε ως δείγμα στρατιωτικής μεγαλοπρέπειας, επανέλαβε:

– Και εξακολουθώ…

– Εξακολούθα, εξακολούθα, εμείς σ’ ακούμε!

– Το λοιπόν, λίγες μέρες πριν τη μεγάλη εκείνη μάχη, του λόγου μου είχα κυριευτεί από ψυχραιμία και πίστη στη νίκη και το διαλαλούσα σ’ όλο το στράτευμα, ελληνικό και εγγλέζικο και συμμαχικό. Με τη μόνη διαφορά πως αυτό το διατυμπάνισμα το έκανα τεχνηέντως.

– Πως δηλαδή; Ε! πως; ρώτησε μόρτικα ένας ναύτης.

– Στο συμμαχικό στρατόπεδο όλοι οι ανώτεροι αξιωματικοί ξέραμε πως αν δεν σταματούσαμε τον Ρόμμελ εκεί, τότε αυτός σε λίγο θα ’παιρνε την Αλεξάνδρεια, και… μην τον είδατε τον Τάσο το λεβέντη τον αρχιληστή! Κανείς όμως ούτε το πώς ούτε το πότε ήξερε, εκτός βέβαια από το στρατάρχη Μογκόμερυ, που ’χε κλειστεί στη σκηνή του γιατί του ’χε ανέβει η θέρμη.

– Ε! και το λοιπόν, εσύ τι έκανες; ρώτησε γεμάτος απορία ο υπόλογος.

– Εγώ σταματούσα κάθε επιτελικό αξιωματικό και κάθε διοικητή μονάδος, τον Φρέυμπεγκ τον Νεοζηλανδό φερ’ ειπείν, και τον ρωτούσα: «Μήπως ξέρετε πότε και πως θα επιτεθούμε στους Γερμανούς;». Ο στρατηγός Φρέυμπεγκ μου ’ριχνε μια λοξή ματιά, σαν να συνέβαινε κάτι που δεν μου πήγαινε, κι απαντούσε: «Σκοπεύεις συ να επιτεθείς;». Απάνω στην απορία του, συνέχιζα με τόνο μετριοφροσύνης: «Επιβάλλεται τώρα αμέσως να καρφώσουμε τη σφήνα στην παράταξη του Άφρικα Κορπς και να το διασπάσουμε. Σκοπεύω να πάω μέχρι τη σκηνή του Μογκόμερυ και να διαβουλευθώ μαζί του…». Με τέτοια και άλλα υποχρέωσα Έλληνες και συμμάχους επιτελείς ν’ αυξάνουν το βαθμό της εκτιμήσεως απέναντί μου και να με λογαριάζουν καλυτέρα. Το ’μαθε και ο Μογκόμερυ και με κάλεσε στη σκηνή του. Πήγα και τον βρήκα ξαπλωμένο στο κρεβάτι εκστρατείας με θέρμη πολύ. «Εσύ είσαι ο στρατηγός Διπλαράκης;» με ρώτησε.

«Εγώ στρατηγέ μου». «Και λες πως πρέπει να επιτεθούμε αμέσως τώρα εναντίων των Γερμανών;». «Δεν το λέω μόνο, αλλά και το πιστεύω». «Ναι αλλά εγώ ψήνομαι από τον πυρετό, κι οι γιατροί δεν μου κάνουν τίποτα».

Τότενες βγάζω και του δίνω δυο ασπιρίνες κατοχικές που ’χα μαζί μου. «Παρ’ τες» του λέω, «αυτό είναι το γιατρικό σου». Κι ο χριστιανός γίνηκε καλά και μου κόλλησε φεύγοντας το παράσημο.

– Δικαίως, μπράβο, σου άξιζε! Άξιος άξιος, άξιος! ξεφώνησε όλο το λεωφορείο, που άκουγε μέχρι τότε κατανυκτικά.

– Τούτο; του ’δειξε ένα άλλο ο υπόλογος.

– Τούτο μου το ’δωσε ο υπουργός.

– Ποιανού υπουργείου;

– Του υπουργείου του Έρωτος!

– Μπα;! Έχουμε και τέτοιο;

– Βέβαια! Είχε κάνει επίσκεψη στο Σαρόγλειο (εκεί είναι η Λέσχη Αξιωματικών ενόπλων δυνάμεων) και όταν έμαθε πως έμεινα ανύπαντρος, μου το ’δωσε.

– Γιατί;

– Γιατί εκτίμησε τις ψυχικές δυνάμεις μου που έμεινα ανύπαντρος. Τις εκτίμησε λοιπόν ο υπουργός και…

– Και σου καρφίτσωσε το παράσημο.

– Αμ…

Κι ο στρατηγός Διπλαράκης κατέληξε:

– Πρέπει να ξέρεις αγαπητέ μου, ότι εγώ δεν μεταφέρω απλά παράσημα, αλλά χαίρομαι τα γεγονότα, την αξία και την τιμή των πράξεων, και γιατί κάποιος άλλος που ζει μέσα μου μ’ αναγκάζει να περηφανεύομαι και το πέρασμά μου θα μείνει στην Ιστορία και υποχρεωτικά θα με σέβεστε.

Ο στρατηγός σταμάτησε απότομα. Και τότε όλο εκείνο το πλήθος των ναυτών, με μια φωνή φώναξε:

– Σε σεβόμαστε, σε σεβόμαστε.

Και ήταν αλήθεια!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *