H Φωνή των Πειραιωτών

Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ «ΑΓΓΕΛΙΚΑ»

ΑΓΓΕΛΙΚΑΓράφει ο Χαράλαμπος Δρακάτος

Πρόεδρος Πολιτιστικής Ενώσεως Περάματος

Πολλά πλοία, μικρά και μεγάλα, στέκανε αγκυροβολημένα στου Περάματος το κανάλι τα χρόνια εκείνα. Μήπως δεν ήταν το Ε/Γ «Κρήτη» της εταιρείας Τυπάλδου; Μήπως το «Έλλη» και το «Αδριατική», της ίδιας εταιρείας; Το «Αδριατική» μάλιστα, που ’ταν φουνταρισμένο στο άνοιγμα του καναλιού στο Κερατσίνι στο ύψος της Δραπετσώνας, μια νυχτιά που ο πουνέντες (νοτιοανατολικός καιρός) είχε αγριέψει, παρέσυρε το άτυχο πλοίο και το τσάκισε πάνω στα βράχια του Κεράμου. Δεν υπήρχε τότε ο κυματοθραύστης της Δραπετσώνας, που κατασκευάστηκε πολύ αργότερα, στα χρόνια της Χούντας. Εκεί, προς τα τέλη του 1966, είχε φουντάρει έρημο και μόνο και το Ε/Γ «Αγγέλικα» του Τυπάλδου. Το πλοίο – σύμβολο της ακτοπλοΐας, που είχε για δεκαπέντε τόσα χρόνια μιαν αλησμόνητη θητεία στα επιβατηγά χρονικά μας.

Το πλοίο, που αποκτήθηκε το 1950 μαζί με το «αδελφάκι» του «Αιγαίο» –βαμμένο άσπρο, ενώ το «Αγγέλικα» ήταν μαύρο– και είχε πάρει το όνομα της μητέρας των Τυπάλδων, έστεκε λυπημένο σαν απόμαχος ναυτικός, που ξεμπαρκάρισε και περιμένει την τελευταία εντολή, και το καλλίγραμμο «Αγγέλικα» λικνιζόταν νωχελικά, τάχα αδιάφορα στο κανάλι μας, περιμένοντας την εντολή απόπλου, να κάνει το τελευταίο ταξίδι μέχρι τα διαλυτήρια της Savona στην Ιταλία. Η εντολή ήλθε την 1η Μαρτίου 1967, ημέρα Τετάρτη, για το τελευταίο της ζωής του ταξίδι.

Όπως ρομάντζο ήταν όλη η παρουσία του «Αγγέλικα» στην ακτοπλοΐα, σαν το καλύτερο επιβατηγό στα μεταπολεμικά χρόνια, έτσι θρυλική κι αξέχαστη υπήρξε και η αναχώρησή του. Είναι πρώτη Μαρτίου 1967 και το πλοίο, με το τελευταίο του πλήρωμα, είναι έτοιμο για αναχώρηση. Έτοιμο ν’ αποπλεύσει για την ιταλική Savona, όπου το περιμένουν οι νεκροθάφτες του, οι διαλύτες. Έτοιμο το καράβι για το ταξίδι χωρίς γυρισμό. Τα χαρτιά όλα εντάξει κι ο απόπλους παρμένος. Κι όμως, κάποια μυστική δύναμη σαν να το εμποδίζει να φύγει. Ο πλοίαρχος με τον ύπαρχο και τον τιμονιέρη στη γέφυρα, πίνουν νευρικά τον καφέ τους και η ώρα περνά με συζητήσεις άλλες, κοινές και άσχετες. Οπότε, σε μια στιγμή, μια παράξενη σκέψη φωτίζει το μυαλό του καπετάνιου και γυρίζοντας στον ύπαρχο, λέει:

-Βρε καπετάν Θοδωρή (Θεόδωρος Μόσχος, ο ύπαρχος), είμαστε έξω από το λιμάνι.

-Είμαστε, βέβαια είμαστε, καπταν – Λουκά! (Λουκάς Ανδρεόπουλος, ο τελευταίος καπετάνιος). Και είμαστε εδώ και ώρες έτοιμοι για αναχώρηση! Γυρίζει ο καπετάνιος και με ζυγιασμένα λόγια του λέει:

-Τι θα ’λεγες; Δεν μπαίνουμε μέσα στο λιμάνι να χαιρετίσουμε και φεύγουμε;

-Μα καπετάνιε, δεν έχουμε άδεια! Kι αν τη ζητήσουμε απ’ το Λιμεναρχείο, δεν θα μας τη δώσουνε…

-Δε ζητάμε κάτι που μας οφείλουν! Το παίρνουμε μόνοι μας, γιατί μας ανήκει! Αξίζει το πλοίο τούτο, που ήταν καμάρι και σύμβολο ακούραστο και αταλάντευτο της ακτοπλοΐας για τόσα πολλά χρόνια. Αξίζει έναν τελευταίο χαιρετισμό!

-Μα… Τον έκοψε απότομα ο καπετάνιος:

-Δεν έχει μα! Άλλωστε και το Λιμεναρχείο άνθρωποι της θάλασσας είναι… σίγουρα θα εγκρίνουν και θα χαιρετίσουν την πρωτοβουλία μου. Και χωρίς άλλη κουβέντα χτύπησε stand-by (επιφυλακή) τις μηχανές με το τηλέγραφο. Σε λίγο, το «Αγγέλικα» περνούσε περήφανα μα συνεσταλμένα τη μπούκα του λιμανιού. Στην είσοδο αντάμωσε με το κουλουριώτικο μικρό επιβατηγό της γραμμής Παλούκια – Πειραιά «Ειρήνη» του Σαρρή κι ο καπετάνιος του (ο Βαγγέλης ο Σαρρής) πετάχτηκε απ’ την τιμονιέρα και χαιρέτησε με σεβασμό το «Αγγέλικα». Όλα και πάντα τ’ άλλα πλοία, μικρά και μεγάλα, χαιρετούσαν όταν συναντούσαν το «Αγγέλικα».

Άγραφα, παλαιά υπέροχα ναυτικά ήθη, που να ’στε τώρα; Όμως και ο καπετάν Λουκάς, φορώντας τη μεγάλη στολή του την οκτάρα (επίσημη), αντιχαιρέτησε το ίδιο τιμητικά. Ξάφνου στο VHF ακούστηκε η φωνή του σηματοφορικού (πύργος ελέγχου κινήσεως λιμένος).

-«Αγγέλικα», ο σηματοφορικός. Αμέσως απάντησε ο καπταν – Λουκάς, έξυπνα.

-Σηματοφορικός, το «Αγγέλικα», ζητούμε άδεια εισόδου λιμένος προς αποχαιρετισμόν.

-Ελήφθη. Εγκρίνεται, μα οφείλατε να μας ενημερώσετε προ της εισόδου.

-Σηματοφορικός, το «Αγγέλικα». Ζητούμε συγγνώμη.

-Έχει καλώς, προχωρήστε. Θα πάρετε στροφή –προσεκτικώς εις το άνοιγμα του λιμένος (διάμετρος 500 μέτρα) και θα πλεύσετε μέχρι προβλήτα Αγίου Νικολάου. Χαιρετήσατε δια της σειρήνος του πλοίου. Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς.

-Έχει καλώς, ελήφθη. Ευχαριστούμε. Εγώ τη μέρα εκείνη, Τετάρτη, περί ώρα ενδεκάτη, μιας και δεν είχαμε μάθημα τις τελευταίες ώρες, είχα κατέβει στον Πειραιά για μια εμπορική δουλειά, μαζί με το συμμαθητή μου Γεράσιμο Αθανασάτο. Εκεί λοιπόν που, κατά τη συνήθεια, γυρίζαμε κατά την ακτή Μιαούλη, να σου και βλέπουμε το «Αγγέλικα» περήφανο να μπαίνει στο λιμάνι. Ξαφνιάστηκα για λίγο, γιατί ήξερα πως εδώ και καιρό το «Αγγέλικα» βρισκόταν φουνταρισμένο στη ράδα του Περάματος. Πώς κι έγινε να μπαίνει στο λιμάνι; Μήπως ξανάρχισε τα παλαιά του δρομολόγια; Μήπως τούτο, μήπως κείνο; Ό,τι και να συνέβαινε, το «Αγγέλικα» έμπαινε στο λιμάνι και κάθε φορά που συνέβαινε αυτό, για μένα ήταν το κάτι άλλο. Πήρα λοιπόν τον Γεράσιμο και θρονιαστήκαμε μπροστά στην προκυμαία του Βασ. Κωνσταντίνου να δούμε και ν’ απολαύσουμε τις μανούβρες του όμορφου καραβιού. Και το καράβι το ντελικάτο, το μαύρο, με τη φάβα τζιμιέρα του που ’βγαζε μαύρο πυκνό καπνό, ήλθε κάνοντας στροφή και πλησίασε την προβλήτα Αγίου Νικολάου, όπου και τον κεντρικό λιμεναρχείο. Εκεί βρισκόταν πλαγιοδετημένο το άλλο πλοίο – σύμβολο της υπερωκεανίου ναυτιλίας μας, το «Βασίλισσα Φρειδερίκη», ως κρουαζιερόπλοιο τώρα με τα χρώματα της εταιρείας Χανδρή.

Και όταν το «Αγγέλικα» άρχισε να σφυρίζει με κείνη τη στριγκιά χαρακτηριστική σειρήνα του, ξαφνικά και βαθιά συναισθηματικά, όλες οι σειρήνες των πλοίων, επιβατηγών και φορτηγών, από το «Βασ. Φρειδερίκη» μέχρι το πιο μικρό φορτηγό, ήχησαν συγχρονισμένα, παρατεταμένα αποχαιρετιστήρια, για το βαπόρι – θρύλο αλλά και σύμβολο τόσα χρόνια της ακτοπλοΐας. Μα κι απ’ τις πολυκατοικίες και τα κτήρια της ακτής Μιαούλη, πλήθος κόσμου απ’ τα γραφεία είχε βγει στα μπαλκόνια και χαιρετούσε κουνώντας μαντήλια για τελευταία φορά, στο πλοίο που τόσο είχε αγαπηθεί. Για λίγα λεπτά, μέχρι να στρίψει η πλώρη του «Αγγέλικα» προς την έξοδο του λιμένος, συνεχίστηκε ο ζωντανός και πάνδημος αποχαιρετισμός. Λες και τα βαπόρια να ’χαν ψυχή κι αισθήματα και χαιρετούσαν, χαιρετούσαν σφυρίζοντας.

Συγκινήθηκα και δάκρυσα και γω, γιατί ένοιωσα την ώρα εκείνη πως η θάλασσα, τα καράβια κι οι ναυτικοί όλοι, ακόμη κι οι πράκτορες, οι λιμενικοί και ο πολύς ανώνυμος λαός, έρχονται στιγμές που ενώνονται σ’ ένα υπερατομικό και υπέρχρονο είναι, όταν μάλιστα θέλουν να αποτίσουν φόρο τιμής στο συμβολικό και αγαπημένο εκείνο καράβι. Το «Αγγέλικα» πρωταγωνίστησε σε πολλές ταινίες του παλαιού καλού ελληνικού κινηματογράφου. Η συμμετοχή του όμως στην ταινία «Ραντεβού στην Κέρκυρα» με την Τζένη Καρέζη, τον Αλέκο Αλεξανδράκη, την Ελένη Χαλκούση και τον Λυκούργο Καλλέργη, πρέπει να ήταν η καλύτερη. Σε κάποια πλάνα βέβαια της ταινίας, ιδιαίτερα στην αρχή, το πλοίο που φαίνεται δεν είναι το «Αγγέλικα» αλλά το «Κανάρης» του Νομικού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *