Όχι στον Πόλεμο!
Ο πόλεμος ήταν πάντοτε βρωμιά και φρίκη. Είχε όμως κάποια ευγένεια και πιθανώς μια περίεργη ομορφιά που, ακόμα και σήμερα, σαγηνεύει μικρούς και μεγάλους. Δημιουργούσε μεγάλες επικές χειρονομίες και ενέπνεε τους ποιητές τους ζωγράφους, τους συγγραφείς και τους αοιδούς. Ποιος δεν θαύμασε τον Αχιλλέα; Ποιος δεν θέλησε να γίνει Διγενής, Κολοκοτρώνης ή Νικηταράς; Ο πόλεμος πάντα είχε τους λάτρεις του. Ήταν ένας αγώνας καθαρά αντρίκειος, όπου η παλικαριά και η ρώμη έπαιζαν τον κύριο ρόλο. Η νίκη κερδιζόταν μέσα από πραγματική μάχη σώμα με σώμα, ύστερα από επίπονη και εξαντλητική προσπάθεια.
Η Ιλιάδα μας παρουσιάζει τους αγωνιστές – ανθρώπους του Ομήρου, έντιμους, ατρόμητους και ριψοκίνδυνους να μάχονται, γεμάτοι ψυχική ευγένεια, με σπαθιά, τόξα και δόρατα. Μέσα από μυθικές και πραγματικές μάχες έρχονται στην επιφάνεια τα ευπρεπή αισθήματα των αγωνιζομένων. Σεβόντουσαν το νεκρό αντίπαλο και αντιλαμβανόντουσαν ως δικό τους τον πόνο και την απόγνωση των νικημένων.
Η αντρειοσύνη των προγενεστέρων ήταν ένα συνεχές όραμα στα μάτια των νεωτέρων που προσπαθούσαν ακατάπαυστα να γίνουν καλύτεροι και αξιότεροι. «Εμείς θα σας ξεπεράσουμε» έλεγαν στους πατεράδες τους οι νεαροί Λακεδαιμόνιοι. «Δε με αφήνει να κοιμηθώ η δόξα του Μιλτιάδη» εκμυστηρευόταν ο Θεμιστοκλής και το στήθος του φούσκωνε από την λαχτάρα και την προσμονή. Στα χρόνια της μακρόχρονης Οθωμανικής σκλαβιάς, τα τραγούδια της λεβεντιάς και των πολεμικών κατορθωμάτων, των προγόνων, κράτησαν ζωντανό το θρύλο του Έλληνα. Ο Ιμπραήμ ασπάζεται ιπποτικά το νεκρό ήρωα Παπαφλέσσα και αναγνωρίζει το ήθος, την παλικαριά και την προσωπικότητα του σκοτωμένου.
Καθώς άλλαξαν τα χρόνια και εφευρέθηκαν όπλα που κτυπούν από μακριά και φονεύουν, χωρίς διακρίσεις, ο πόλεμος έγινε μια καθαρά εγκληματική, και χωρίς λογική, πράξη. Ο θάνατος σπέρνεται από δυσθεώρητες αποστάσεις. Σχεδιάζεται και εκτελείται σε πολυτελή γραφεία, από ανθρώπους που δε θα δουν ποτέ τα θύματά τους, ούτε θα ακούσουν την κραυγή αγωνίας τους, και το κλάμα δε θα σταθεί ικανό να μαλακώσει τις ανάλγητες καρδιές τους.
Ποιητής δεν θα βρεθεί να τραγουδήσει ποτέ τα «κατορθώματα» του επιστήμονα, που κατασκεύασε τους διηπειρωτικούς πυραύλους, τις έξυπνες βόμβες, τις νάρκες, τα πυρηνικά. Κανείς στο μέλλον δεν θα εξυμνήσει τη ρώμη εκείνου, που πατά τα πλήκτρα του ολέθρου. Δυστυχώς τα όπλα δεν έχουν μάτια να δουν και καρδιές να λυγίσουν. Δεν κάνουν καμιά διάκριση όταν σκοτώνουν.
Πολιτισμένοι άνθρωποι που στέκονται άναυδοι και εκστατικοί μπροστά σ’ ένα τέλειο πίνακα ζωγραφικής ή παρακολουθούν καθηλωμένοι ένα κλασικό μουσικό έργο, αφήνουν, χωρίς συναίσθημα και ηθική ανησυχία, τον εαυτό τους να εγκληματεί κατά των συνανθρώπων τους. Ποιος θα κρίνει αν η ευχαρίστηση που αισθάνονται στα κοσμικά σαλόνια είναι μεγαλύτερη από αυτήν που νιώθουν όταν τους ανακοινώνεται ότι ο τάδε πύραυλος βρήκε το στόχο και υπήρξαν τόσοι νεκροί; Η έκφραση του προσώπου τους, έχει διάχυτη την εντύπωση ότι απολαμβάνουν υπέρμετρα το θλιβερό έργο τους. Υπάρχει μέσα τους μια αλαζονική συνείδηση που οδηγείται από τη δύναμη που τους δίνει η ακμή και η ανάβαση.
Όμως η αιωνιότητα δεν έχει έκταση, δεν έχει υλικές διαστάσεις, έχει βάθος. Ένα απεριόριστο βάθος ψυχής το οποίο πρέπει να είναι καθαρό. Η παρακμή έρχεται πάντα ύστερα από την επιτυχία, και ο φόβος της μοιραίας αποκαθήλωσης πρέπει να ενεργεί κατασταλτικά στις ηγεμονικές αυθαιρεσίες.
