Αύριο θα πεθάνω…. αλλά….
Εγώ ο Αγαθοκλής, Σπαρτιάτης στρατιώτης, φυλάω το πέρασμα των Θερμοπυλών.
Ξέρω ότι σήμερα είμαστε περικυκλωμένοι και ότι ο τόπος αυτός θα είναι ο τάφος μου.
Θυμάμαι ότι στην Κόρινθο, για πρώτη φορά είδαμε χρυσό και ασήμι σε αφθονία και σιγά – σιγά αρχίσαμε να ανυπομονούμε για τη λεία, όμως πολύ γρήγορα αντικρίσαμε αδελφό να μαλώνει με τον αδερφό του για ένα ασημένιο κύπελλο.
Ο Λεωνίδας μας είδε κυριευμένους από την απληστία, και μας κάλεσε στην αγορά. Εκεί, έριξε ότι του αναλογούσε στο έδαφος και είπε: “εδώ είναι το μερίδιο μου, αλληλοσκοτωθείτε για να το πάρετε»
Εμείς, οι τριακόσιοι άνδρες της φρουράς του, ντροπιασμένοι, ρίξαμε κάτω το πλούτο μας με τον ίδιο τρόπο.
Έτσι, όταν αναγνωρίσαμε τον Ξέρξη, πάνω στο λόφο, ντυμένο με μετάξι δεμένο με πολύτιμους λίθους, τον υποτιμήσαμε.
Βέβαια, το ίδιο βράδυ αυτός μας πρόσφερε ένα τεράστιο φορτίο χρυσού, προκειμένου να φύγουμε από το πέρασμα και νοιώσαμε πάλι το σκουλήκι της απληστίας μέσα μας, αλλά ο Λεωνίδας στήθηκε πάλι μπροστά μας και μας είπε:
“Ίσως κάποιος θέλει να συνεχίζει να ζει στην Κόρινθο, όποιος θέλει μπορεί να λάβει το μερίδιο του και να φύγει.
Σε όποιον θα το κάνει του προτείνω να φορτωθεί πολύ χρυσό προκειμένου να ξεχάσει τα πρόσωπα των φίλων που θα αφήσει πίσω, προκειμένου να ξεχάσει το αίμα αυτών που θα πεθάνουν πέρα εκεί στο στενό πέρασμα των Θερμοπυλών ”
Κανείς δεν κινήθηκε..
Ο καθένας μας, για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή, θα έδινε τα πάντα για να είναι εκεί μαζί με τον βασιλιά μας την ύστατη ώρα.
Για εμάς, τους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, λένε ότι είμαστε άνδρες που δεν φοβούνται το θάνατο, κι όμως, σφίγγει η καρδιά από φόβο στην ιδέα του θανάτου.
Όμως περισσότερο από αυτό, φοβόμαστε την περιφρόνηση από τον φίλο που αγωνίζεται στο πλευρό μας, τη ντροπή της γυναίκας που περιμένει την επιστροφή μας ή την απόρριψη από τον γέροντα που κάποτε πολέμησε για μας.
Για όλα αυτά, κυριαρχούμε πάνω στους φόβους και ο αγώνας μας διακατέχεται από μια άγρια μανία που λάμπει στα μάτια μας σαν τρέλα, δεν είναι το μίσος για τον εχθρό αλλά το μίσος για τον φόβο, που πάντα περπατάει δίπλα μας.
Αύριο τα ξημερώματα θα αδράξουμε τις ασπίδες μας και θα επιτεθούμε ενάντια στις ορδές των βαρβάρων για τελευταία φορά.
Θα πεθάνω για να μη δώ τον εαυτό μου σκλάβο.
Θα πεθάνω για να εκδικηθώ τον Αγησίλαο, τον φίλο μου, που είδα χθές το πτώμα του τρυπημένο από ένα βέλος αιγυπτιακό.
Θα πεθάνω μαζί με τον Aγχίλοχο που έχει καλύψει το πλευρό μου με την ασπίδα του σε δέκα μάχες, και αύριο θα με καλύψει για τελευταία φορά.
Θα πεθάνω για την Σπάρτη, για την Ελλάδα, για την μάνα τον πατέρα, το παιδί…
Θα πεθάνω για τον Βασιλιά μας τον Λεωνίδα, ο οποίος μας οδηγεί στο θάνατο, αλλά και που του είμαστε ευγνώμονες γιατί πρώτα μας έκανε άνδρες, μακάρι να είχα κι άλλη ζωή να του δώσω, αλλά δυστυχώς έχω μόνο μια…!
Αύριο θα πεθάνω, αλλά……..
Αύριο, θα γράψουμε ιστορία.
