Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

“Το ζεϊμπέκικο του κοντού”

Δεν έμαθα ποτέ αν εκείνα τα παιδιά, με τα πινέλα και τις μπατανόβουρτσες παραμάσχαλα, έβγαζαν μεροκάματο.

Ερχόντουσαν από την Πετριά, και έδιναν την εντύπωση, ότι δεν έχουν χρόνο για χάσιμο. Έτσι και σε πιάνανε όμως στην κουβέντα, έχανες εσύ την μέρα σου.

Δηλώνανε ελαιοχρωματιστές! Το διαπίστωνες άλλωστε και από την αμφίεση.

Σαν γκράφιτι έμοιαζαν οι φόρμες τους, με στρώσεις όλα τα χρώματα της Ίριδας. Αυτό αποτελούσε και διαπιστευτήριο εμπειρίας του τεχνίτη.

Ο Τάσος τους έλεγε χαβαλέδες.

Τότε επικρατούσε η άποψη να λογίζονται πιο αντρίκειες οι σκληρές δουλειές, όπως το όργωμα με τα βόδια ή το κουβάλημα του τενεκέ στην σκαλωσιά, παρ’ ότι δεν είχαν το ανάλογο οικονομικό αντίκρισμα. Τα άλλα επαγγέλματα τα θεωρούσαν δασκαλίκι.

Όταν σουρούπωνε οι φίλοι από την Πετριά φορούσαν τα καλά τους και ροβόλαγαν πάλι προς το χωριό μας, το Αρσένι.

Ντυμένοι τώρα στα λευκά, λες κι ήταν ναύτες σε βραδινή έξοδο. Ξεχώριζες μόνο το μαλλί, που γυάλιζε από την έξτρα μπριγιαντίνη.

Προορισμός για διασκέδαση ήταν το καφενείο του Στέπκα. Με ουζάκι, Καζαντζίδη και χορό, πηγαίναν όλα τα φαρμάκια κάτω.

Ήταν όμορφη η ζωή!

Τους χαίρομαι πολύ, ψιθύρισε ο Τάσος, βλέποντας στην πίστα τα παιδιά με τα λευκά τα ρούχα. Συμφώνησε και ο ξάδερφός μου ο Ζαφείρης.

Τους θαύμαζα και γω. Πόσο χρόνο τους πήρε για να μάθουν να συντονίζονται τόσο όμορφα; Μάλλον κάποιος έδινε το σύνθημα για τις φιγούρες! Δεν είχα δει καλύτερο χασάπικο!

Άρχιζε άλλο τραγούδι. Από την πρώτη πενιά το καταλάβαμε, ήταν “ένας μάγκας στο Βοτανικό”.

Ο τέταρτος ασπροντυμένος ήταν ήδη στην πίστα με τα χέρια στην έκταση. Ήρθαν και οι άλλοι από κοντά, και γονάτισαν γύρω του χτυπώντας παλαμάκια. Εμείς περιμέναμε απορημένοι να δούμε την συνέχεια.

Ο νεαρός είχε ανάστημα κάτω του μετρίου, και το ζεϊμπέκικο χορεύεται με τα χέρια. Άρα όσο πιο μακριά είναι τα χέρια του χορευτή, τόσο πιο εντυπωσιακός είναι και ο χορός του.

Τι θα μπορούσε λοιπόν να μας δείξει ο τύπος; Και όμως! Μας κατέπληξε. Ο άνθρωπος το είχε, ήξερε ζεϊμπέκικο.

Στην ατραξιόν υπήρχε και η ανύψωση ενός τραπεζιού με τα δόντια. Είχαν τοποθετήσει και ένα μπουκάλι επάνω, που δεν έπρεπε να πέσει, όσο θα χόρευε με το τραπέζι στο στόμα.

Όλος ο κόσμος σηκώθηκε και τον χειροκρότησε. Από εκείνη την στιγμή ποιος να τολμήσει να πλησιάσει την πίστα!

Σας τόπα, οι άνθρωποι ξέρουν να γλεντάνε, αποφάνθηκε πάλι ο Τάσος.

Ήταν όμως Κυριακή, την άλλη μέρα είχα Σχολείο.

Το πρωί στον Σταθμό της Πετριάς, περιμένοντας το τρένο για την Σκύδρα, παρών και ο μάγκας με την σκληρή μασέλα. Έκανε καμάκι στην Βούλα, μια νόστιμη μαθήτρια.

Περιέγραφε τα κατορθώματά του, όπως ακριβώς έγιναν, αφτιασίδωτα. Η μικρή με σκέρτσα και με γλύκες τον προκαλούσε να μάθει λεπτομέρειες…

Πιο κει μαράζωνε ο Φάνης, ένας παίδαρος δυο μέτρα μπόι, που είχε δοκιμάσει την χυλόπιτα της Βούλας. Τι του έβρισκε του “νάνου” ρε γαμώτο; Εκείνη ήταν καλλονή μπροστά του. Της άρεσαν οι χορευτές; Τον έβρισκε έξυπνο; Τον έβρισκε αστείο;

Μήπως τον θεωρούσε ακίνδυνο; Τον μπογιατζή ρε π@@στη μου; Μα είναι δυνατόν! Έβγαλα όλη την χολή από μέσα μου.

Μέχρι και σήμερα κακίζω τον εαυτό μου για εκείνους τους ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς.

Ο “κοντός” όμως τα κατάφερε, την έριξε την κοπελιά, και όπως αργότερα έμαθα, κάνανε μια ωραία οικογένεια.

Τι κι αν ήταν μπογιατζής και κείνη του Γυμνασίου!

Και τώρα σκέφτομαι, άλλαξε κάτι από τότε ή παραμένουμε πάντα ανθρώποι!

Νίκος Καρβουνάς

Πνευμονολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *