Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών

ΑΠΟΨΕΙΣ

“Πώς πέρασα Φαρμακολογία”

Ήταν Ιούνιος, η Θεσσαλονίκη έβραζε και μεις ιδρώναμε, όχι μόνο από την ζέστη, αλλά κυρίως από το άγχος των εξετάσεων.

Εκείνη την ημέρα έδινα Φαρμακολογία. Από τα σοβαρά μαθήματα. Άκουγες το όνομά τους, και σου κοβόταν η όρεξη και η αυτοπεποίθηση μαζί.

Υπήρχε η παράδοση τότε, να εμφανίζεσαι σοβαρός στις προφορικές εξετάσεις. Το πρωτόκολλο επέβαλε γραβάτα και σακάκι. Κάθε άλλη αμφίεση θεωρούνταν βλασφημία. Αν έμπαινες σε αίθουσα εξετάσεων χωρίς αυτά, ήταν καλύτερα να μην έμπαινες καθόλου.

Γραβάτα είχα, μου την είχε δώσει ο πατέρας μου για κάτι “σημαντικές περιστάσεις”. Σακάκι όμως; Εκεί ήρθε η συμβολή του ξάδερφου του Γιώργου του Βουβούση. Το δανείστηκα άλλη μια φορά, χωρίς πολλές σκέψεις. Ο Γιώργος όμως ήταν ένα κεφάλι πιο ψηλός. Τα μανίκια κάλυπταν τις παλάμες μου.

Έκανα πρόβα στον καθρέφτη, πώς να κάθομαι, πώς να έχω τα χέρια μου για να μη προκαλώ το γέλιο. Με σηκωμένα τα χέρια θύμιζα κάτι από χειρουργό έτοιμο για αποστείρωση.

Έφτασα στην Σχολή. Στην αναμονή, μια συμφοιτήτρια πετούσε, φαινόταν από μακριά ότι θα σκίσει. Εμείς οι υπόλοιποι, παλεύαμε να θυμηθούμε, αν η ριφαμπικίνη είναι αντιβιοτικό ή κάποιο εξωτικό φρούτο.

Διόρθωσα όσο μπόρεσα την γραβάτα, που ο κόμπος της είχε να λυθεί από τις προηγούμενες εξετάσεις, και μπήκα στο γραφείο.

Ο καθηγητής, ο κύριος Λ., έδειχνε σοβαρός. Δεν σημείωνε. Μόνο ρωτούσε, αθόρυβα, και χωρίς καμία ένδειξη συμπάθειας. Η συμφοιτήτρια δίπλα μου απαντούσε πριν την ερώτηση. Ήταν σαν να είχε ανοιχτό βιβλίο μπροστά της. Εγώ ήμουν… λειτουργικά επαρκής. Όσο μπορούσε να είναι κάποιος που κοιμήθηκε δυο ώρες και ξύπνησε με κράμπες στα χέρια, αφού στον ύπνο του έκανε πρόβες, πώς να μην ακουμπάνε τα μανίκια του πουθενά…

Όμως τότε, συνέβη κάτι εντελώς αντι-φαρμακολογικό.

Η γραμματέας του καθηγητή μπήκε στο γραφείο κρατώντας ένα πιάτο γεμάτο κεράσια. Ήταν κόκκινα, ζουμερά, είπε ότι τα είχαν κόψει μόλις πριν, απ’ την αυλή κάποιου παππού στην Άνω Πόλη. Τα άφησε μπροστά στον καθηγητή και έφυγε με ένα αδιόρατο χαμόγελο. Ο κ. Λ. άπλωσε το χέρι, πήρε ένα, το έβαλε στο στόμα του και, με ακρίβεια ελβετικού μηχανισμού, έβγαλε το κουκούτσι με περιστροφή, που θύμιζε ταχυδακτυλουργό.

Τον κοιτούσα υπνωτισμένος. Ξαφνικά το άγχος υποχώρησε. Η στιγμή άλλαξε ρυθμό. Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος, να μπήκε μουσική στο φόντο, να φύσηξε λίγο Καλοκαιρινό αεράκι. Μέσα σε ένα γραφείο που δεν θα το έλεγες και φιλικό, τα κεράσια λειτούργησαν ως φαρμακολογική παρέμβαση κατά του άγχους.

Και εκεί, την ώρα που απαντούσα σε μια ερώτηση για τους β-αναστολείς, κατάλαβα πως κάτι άλλο τραβούσε την προσοχή του καθηγητή. Τα μάτια του δεν κοιτούσαν ακριβώς εμένα. Καρφώνονταν πού και πού… στα μανίκια μου.

Στην αρχή δεν ήμουν σίγουρος. Ύστερα από τρεις κλεφτές ματιές, σχεδόν το βεβαίωσα, πάλευε να κρατήσει ένα μειδίαμα. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό το πράγμα που φορούσα, αλλά το έβλεπε, το παρατηρούσε, το σημείωνε εσωτερικά. Κι εγώ, ενώ εξηγούσα τις παρενέργειες της ατροπίνης, ένιωθα σαν να κρατιέμαι στο χείλος παρωδίας και σοβαρότητας.

Η εξέταση κράτησε αρκετά. Οι ερωτήσεις πολλές. Η συμφοιτήτρια δίπλα μου θριάμβευε. Εγώ… άντεξα. Δεν είπα κάτι σπουδαίο. Αλλά απάντησα. Δεν έλαμψα. Δεν έκλεψα την παράσταση. Αλλά ήμουν εκεί. Παρών. Ήρεμος. Έδειξα πως κάτι ήξερα, κάτι θυμόμουν, κάτι δεν είχα ξεχάσει τελείως.

Και, όταν οι ερωτήσεις τέλειωσαν, και το άγχος κατακάθισε, ο καθηγητής έκανε κάτι αναπάντεχο.

Μου έτεινε το πιάτο με τα κεράσια.

Δεν μίλησε. Μόνο κοίταξε με εκείνο το σχεδόν-χαμόγελο, που δείχνει ότι είσαι εντάξει. Πήρα ένα. Το έφαγα σιωπηλά. Έβγαλα το κουκούτσι με όση χάρη μπορούσα να αντιγράψω από τον ίδιο, και το κράτησα. Ακόμα το θυμάμαι, λείο, μικρό, και με την μυρωδιά μιας μικρής νίκης.

Κατάλαβα τότε, πως η πραγματική εξέταση μόλις είχε τελειώσει.

Βγήκα από το γραφείο φορώντας ακόμα τα μανίκια του Γιώργου σαν λάβαρα. Δεν θυμάμαι τον βαθμό.

Θυμάμαι όμως την αίσθηση, ότι πέρασα. Ότι δεν λύγισα. Και πως, μέσα στο πιο άκαμπτο πλαίσιο, υπήρξε μια στιγμή τρυφερότητας, χωρίς λόγια.

Και πως μερικές φορές, για να σταθείς απέναντι σε κάτι δύσκολο, αρκεί ένα δανεικό σακάκι, ένα κουκούτσι κερασιού, κι ένας καθηγητής, που χωρίς να το πει, σου κάνει την χάρη να σε κοιτάξει με συμπάθεια, ίσως γιατί γνωρίζει από ανέχεια…

Νίκος Καρβουνάς

Πνευμονολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *