Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών .ΓΕΜΙ 180967709000 ΜΕΤ 230474

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Σιωπή των Οστών

Στα χρόνια της Σχολής, όταν διαβάζαμε Ανατομία, η ανάγκη για αληθινά οστά ήταν αυτονόητη. Τα βιβλία βοηθούσαν, αλλά δεν αρκούσαν. Ό,τι μαθαίναμε, έπρεπε να το δείχνουμε και πάνω στα κόκαλα.

Μας είπαν πως στον Δήμο Καλαμαριάς μπορούσαμε να ζητήσουμε υλικό από το οστεοφυλάκιο. Έτσι ξεκινήσαμε: εγώ, ο Χρήστος και μια συνάδελφος.

Ήταν τα χρόνια της χούντας. Τότε, και το πιο απλό αίτημα περνούσε από τον ανελέητο έλεγχο μιας αυθαίρετης “ηθικής”.

Πήγαμε όπως ζούσαμε: μακριά μαλλιά και φαβορίτες εμείς, μίνι φούστα εκείνη. Τίποτε το προκλητικό για εμάς, αρκετό όμως για να ενοχλήσει την ματιά της εξουσίας.

Ο Δήμαρχος μας δέχτηκε σε ένα γραφείο που ανέδυε λιγότερο υπηρεσία και περισσότερο επίδειξη. Δεν προσφέρθηκε να καθίσουμε. Στεκόταν μπροστά μας σαν ελεγκτής που ψάχνει κάτι κρυμμένο, όχι σαν άνθρωπος που ακούει.

Μας άφησε να εξηγήσουμε το αίτημά μας, αλλά δεν άκουγε λόγια. Έβλεπε μόνο φούστα, μαλλιά, φαβορίτες. Και τότε, με φωνή που κουβαλούσε όλη την αυτάρεσκη βεβαιότητα της μικρής εξουσίας, είπε:

“Εδώ δεν ερχόμαστε έτσι”. Πρώτα στράφηκε στην συνάδελφο:

“Δεσποινίς, αυτή η φούστα είναι προσβολή για μια Ελληνίδα. Δεν κυκλοφορούν έτσι τα σοβαρά κορίτσια. Η αξιοπρέπεια φαίνεται από το μήκος της φούστας”.

Η λέξη “αξιοπρέπεια” ακούστηκε σαν ράπισμα. Η συνάδελφος σώπασε, όχι από παραίτηση, αλλά από αξιοπρέπεια, αληθινή, εκείνη που δεν εξαρτάται από το μήκος κανενός υφάσματος.

Ύστερα ήρθε η δική μας σειρά: “Και εσείς, νεαροί. Να κουρευτείτε, να κόψετε τις φαβορίτες κι έπειτα το συζητάμε. Δεν μπορώ να συνομιλώ με τέτοια εμφάνιση”.

Βγήκαμε χωρίς να μιλήσουμε. Η πόρτα έκλεισε πίσω μας σαν να σφράγιζε όχι ένα αίτημα, αλλά μια ολόκληρη εποχή που δεν χωρούσε πια σε μας.

Λίγα μέτρα παρακάτω, μια ανοιχτή καταπακτή. Κάποιος την είχε αφήσει βιαστικά, κι από μέσα φαίνονταν σωροί από οστά. Το βλέμμα μου συναντήθηκε με του Χρήστου. Δεν χρειάστηκαν κουβέντες. Σε λίγα δευτερόλεπτα οι τσάντες μας ήταν γεμάτες.

Δεν συμμορφωθήκαμε “προς τας υποδείξεις”, κι ούτε σκοπεύαμε.

Στο σπίτι τα οστά κατέληξαν σε μια κούτα. Ένα απόγευμα ήρθε η θεία μου με την μικρή ξαδερφούλα μου. Η κούτα ήταν μισάνοιχτη. Η μικρή πλησίασε, κοίταξε χωρίς φόβο και είπε με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο του κόσμου:

“Μαμά, ο Νίκος όλο κοτόπουλα τρώει;”.

Μια παιδική ματιά κατάφερε ό,τι δεν κατάφεραν τα λόγια, οι φόβοι και οι εποχές: να φωτίσει την ιστορία με μια αθωότητα που ξέπλενε τα πάντα.

Τα οστά μοιράστηκαν αργότερα σε νεότερους φοιτητές που τα χρειάζονταν. Τα μαλλιά, οι φαβορίτες και τα μούσια έμειναν μαζί μου μέχρι την παρουσίασή μου στην Αεροπορία.

Και όποτε μιλάμε με τον Χρήστο, πάντα θυμόμαστε εκείνη την καταπακτή, τον Δήμαρχο της “ηθικής”, τις τσάντες που γέμισαν σιωπηλά, και την μικρή που πίστεψε ότι τρώω ασταμάτητα κοτόπουλα.

Ίσως τελικά εκείνη να είδε την ιστορία πιο σωστά απ’ όλους μας.

Νίκος Καρβουνάς

Πνευμονολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *