Το χαμόγελο με το κρεμμύδι
Ήταν Απόκριες και ο δρόμος είχε γεμίσει ανθρώπους. Παρέες ντυμένες αλλόκοτα περπατούσαν σε μικρή απόσταση η μία από την άλλη. Άλλοι τραγουδούσαν, άλλοι πείραζαν τους περαστικούς, κι ένα ποτάμι από γέλια κυλούσε από άκρη σε άκρη του χωριού.
Κάπου ανάμεσά τους προχωρούσε κι εκείνος…
Ντυμένος τσιγγάνος, κρατούσε μια χοντρή τριχιά και έσερνε πίσω του έναν γάιδαρο φορτωμένο με παλιοπράγματα που κουδούνιζαν σε κάθε βήμα.
Τα ρούχα του φαρδιά και κουρασμένα, δεμένα πρόχειρα πάνω του, ένα μαντήλι στον λαιμό και μια τραγιάσκα στο κεφάλι. Το πρόσωπό του κατάμαυρο από την καρβουνόσκονη.
Περπατούσε με έναν αέρα σίγουρο, σχεδόν γιορτινό, σαν να ήξερε πως εκείνη την μέρα η χαρά ήταν δική του υπόθεση.
Πίσω του ακολουθούσε κόσμος.
“Για κοίτα τον!”
“Μη γελάς, θα σου πέσει η μασέλα!”
“Πες καμιά κουβέντα, βρε μπάρμπα!”
Εκείνος όμως δεν μιλούσε.
Μόνο σήκωνε λίγο το πηγούνι και έδειχνε αυτό που είχε σφιγμένο ανάμεσα στα χείλη και στα δόντια: ένα κατάλευκο κομμάτι κρεμμύδι. Το συγκρατούσε με τόση επιμέλεια, που νόμιζες πως αν άνοιγε περισσότερο το στόμα θα κατρακυλούσε, και μαζί του θα χανόταν όλη η μαγεία.
Το πλήθος ξεκαρδιζόταν, κι εκείνος γελούσε αθόρυβα, με τα μάτια.
Κάποιος έσκυψε και μου είπε: “Τον βλέπεις; Είναι ο μπαμπάς σου”.
Τον κοίταξα καλύτερα. Στάθηκα απέναντί του και περίμενα να συναντήσω κάτι γνώριμο, μια κίνηση, ένα βλέμμα, οτιδήποτε.
Τίποτα! Ήταν ένας άγνωστος. Μέχρι που γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε.
Το κρεμμύδι άστραψε, εγώ τρόμαξα, έκανα μισό βήμα πίσω… και τότε τον αναγνώρισα. Όχι από τα ρούχα, ούτε από την μορφή του. Από εκείνη την ζεστασιά που είχαν πάντα τα βαθυπράσινα μάτια του. Μάτια που, ακόμα και μεταμφιεσμένα, δεν ήξεραν να κρύβουν την τρυφερότητα.
Και μέσα σε όλα εκείνα τα γέλια ένιωσα κάτι να φουσκώνει στην παιδική μου καρδιά. Μια περηφάνια ήσυχη, σχεδόν μυστική.
Ο μπαμπάς μου, σκέφτηκα. Κάνει να γελά όλος ο κόσμος χωρίς να πει ούτε λέξη…
Τότε δεν το ήξερα, αλλά σήμερα καταλαβαίνω πως εκείνη ήταν μια από τις πολλές, αθόρυβες πράξεις αγάπης του. Γιατί οι γονείς, καμιά φορά, γίνονται λίγο γελωτοποιοί, μόνο και μόνο για να γεμίσουν τα παιδικά μας χρόνια με φως.
Τα χρόνια πέρασαν. Οι φωνές εκείνης της μέρας χάθηκαν, τα πρόσωπα ξεθώριασαν, και ο δρόμος ίσως να άλλαξε. Μα εκείνο το χαμόγελο έμεινε ανέπαφο μέσα μου.
Και κάθε φορά που έρχονται οι Απόκριες ή ακόμα κι όταν κόβω ένα κρεμμύδι, τα μάτια μου δακρύζουν. Δεν ξέρω αν είναι από την μυρωδιά του κρεμμυδιού ή από την μνήμη.
Γιατί τελικά η αγάπη δεν χάνεται. Απλώς μεταμφιέζεται σε μικρές στιγμές που γίνονται αιώνιες.
Νίκος Καρβουνάς
Πνευμονολόγος
