Μνήμη εν πτήσει
Μια ιστορία που ταξιδεύει ακόμα… Αφιερωμένο στον πεθερό μου, Γιώργο Οικονόμου, που έφυγε στις 5 Ιουνίου 1985.
Την τέχνη να πιάνω κουβέντα με τους μεγαλύτερους την είχα από μικρός. Ίσως γιατί διαισθανόμουν πως μέσα στις παύσεις τους, εκεί ανάμεσα σε μια ανάσα και σε ένα χαμόγελο, κρυβόταν ένας κόσμος ολόκληρος που περίμενε τον ακροατή του. Τότε ήμουν απλώς ένα παιδί που ρωτούσε. Τώρα, ως γιατρός, έγινα εκείνος που τον ρωτούν.
— «Δεν είναι της ειδικότητάς σου, γιατρός είσαι όμως… κάτι παραπάνω θα ξέρεις».
Η ίδια φράση, ειπωμένη πάντα με εμπιστοσύνη και μια κρυφή δόση ανάγκης. Κι έτσι, ανάμεσα σε εξετάσεις και διαγνώσεις, ανοίγουν συχνά άλλες συζητήσεις, πιο ανθρώπινες, πιο αληθινές.
Ο μπαρμπα – Μανώλης, μια τέτοια μέρα, αφού μου έδειξε τις εργαστηριακές εξετάσεις, τις δίπλωσε προσεκτικά και, σαν να άλλαζε κεφάλαιο, μου είπε:
— «Έλα να σου πω τώρα και τα δικά μας… του στρατού».
Μίλησε για τον Λουδία, τη Χαλκηδόνα, και τα κουνούπια που δεν άφηναν άνθρωπο σε ησυχία. Κι εγώ, σχεδόν χωρίς να το σκεφτώ, πετάχτηκα:
— «Εκεί υπηρετούσε κι ο πεθερός μου».
Χαμογέλασε πονηρά.
— «Ο Γιώργος ο Οικονόμου; Αυτός δεν έκανε στρατό… όλη μέρα με τα περιστέρια καταγινόταν!»
Ξέσπασε σε εκείνο το γέλιο που κουβαλάει μισή αλήθεια και μισό πείραγμα.
Γύρισα στο σπίτι με την ιστορία του καφενείου. Την εξιστόρησα, κι ο πεθερός μου μειδίασε με μια γνώριμη έκφραση αναγνώρισης.
— «Αλήθεια λέει για τα κουνούπια, υποφέραμε όλοι», παραδέχθηκε.
Κι ύστερα, σαν να άνοιξε ένα σκονισμένο σεντούκι, άρχισε να ξετυλίγει το νήμα.
— «Εγώ ήμουν στις διαβιβάσεις», είπε.
— «Και τα περιστέρια;» απόρησα.
— «Εκεί κρυβόταν το μυστικό», συνέχισε. «Πριν τους ασυρμάτους και τα τηλέφωνα, υπήρχαν οι μικροί αγγελιοφόροι με τα φτερά. Τα εκπαιδεύαμε με υπομονή, με φροντίδα, σχεδόν με τρυφερότητα. Τα γνωρίζαμε ένα προς ένα».
Μιλούσε και σταματούσε. Όχι γιατί δεν θυμόταν, αλλά γιατί θυμόταν πολύ. Μοιραζόταν μαζί μου τα πειράγματα των άλλων, που τους φώναζαν υποτιμητικά «περιστεράδες». Έκανε παύσεις για να ξαναδεί μπροστά του εκείνα τα χρόνια, να τα αγγίξει λίγο πριν συνεχίσει.
Κι εγώ τον κοιτούσα και καταλάβαινα: δεν μου έλεγε απλώς μια ιστορία. Μου παρέδιδε ένα κομμάτι από τον εαυτό του. Κάτι που κρατούσε μέσα του καιρό, ίσως γιατί δεν βρέθηκε ο χρόνος, ίσως γιατί δεν είχε βρεθεί ο άνθρωπος για να τ’ ακούσει.
Ύστερα, μια πυκνή σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο.
Εκείνο το βράδυ, τα περιστέρια δεν ήταν πια ένα πείραγμα του καφενείου. Έγιναν η απόδειξη πως η μνήμη από εκείνα τα δύσκολα χρόνια έβρισκε τρόπο, έστω και αργά, να χτίσει μια γέφυρα ανάμεσά μας.
Και τώρα που εκείνος δεν είναι πια εδώ για να σταματήσει στη μέση μιας φράσης, να γελάσει ή να ψάξει τη σωστή λέξη, νιώθω πως εκείνα τα περιστέρια συνεχίζουν το ταξίδι τους. Κουβαλούν τις ιστορίες του από το τότε στο σήμερα, από εκείνον σε εμένα.
Αυτό είναι το μόνο που μπορώ να κάνω πια:
Nα αφήνω λίγο χώρο ανάμεσα στις λέξεις, εκεί ακριβώς όπου κατοικεί η μνήμη του.
Νίκος Καρβουνάς
Πνευμονολόγος
