Υπάρχουν ζωές που δεν γράφονται με μελάνι, αλλά με αίμα, δάκρυα και το λευκό φως της απόλυτης προσφοράς. Μια τέτοια ζωή, σαν αναμμένο κερί που αρνείται να σβήσει μέσα στις πιο άγριες θύελλες του εικοστού αιώνα, ήταν η ζωή του Βαλεντίν Βόινο – Γιασενέτσκι. Του ανθρώπου που ο κόσμος έμαθε να ευλαβείται ως Άγιο Λουκά τον Ιατρό. Η 11η Ιουνίου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο συναξάρι· είναι η ημέρα που η επιστήμη συνάντησε την αγιότητα και γονάτισε μπροστά της.
Φανταστείτε ένα δωμάτιο χειρουργείου, παγωμένο από το ρωσικό χειμώνα και σκοτεινό από το φόβο των διωγμών. Στο κέντρο, ένας άνδρας με λευκή μπλούζα, κάτω από την οποία κρύβεται ένα μαύρο ράσο. Στο χέρι του κρατά το νυστέρι —το εργαλείο με το οποίο πολεμά τον θάνατο— αλλά πριν αγγίξει το σώμα του ασθενούς, το χέρι του σχηματίζει το σημείο του Σταυρού με ιώδιο πάνω στο δέρμα του πάσχοντος. Για τον Άγιο Λουκά, η ιατρική δεν ήταν επάγγελμα, ούτε καν απλή επιστήμη. Ήταν λειτούργημα θείας λατρείας.
«Για έναν χειρουργό δεν πρέπει να υπάρχει “περίπτωση”, αλλά μόνο ένας άνθρωπος που πονάει», έλεγε συχνά στους μαθητές του.
Και αυτός ο άνθρωπος, είτε ήταν ένας φτωχός χωρικός στη Σιβηρία, είτε ένας αξιωματικός του Κόκκινου Στρατού, είτε ο ίδιος ο δεσμοφύλακάς του στα χρόνια των εξοριών, έβρισκε στα χέρια του Αγίου την ίδια παρηγοριά. Τα χέρια του έγιναν η προέκταση της αγάπης του Χριστού πάνω στη γη.
Η ζωή του Αγίου Λουκά ήταν μια διαρκής πορεία προς τον Γολγοθά. Διώξεις, ανακρίσεις, φυλακές, και ατελείωτα χρόνια εξορίας στους παγωμένους τόπους της Σιβηρίας. Εκεί που η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δοκιμαζόταν μέχρι θανάτου, εκείνος επέλεξε να ανθίσει. Μέσα στα άθλια νοσοκομεία των εξοριών, χωρίς τα απαραίτητα εργαλεία, χειρουργούσε με εφευρετικότητα και πίστη που ξεπερνούσε τους νόμους της φύσης.
Όταν οι ανακριτές του καθεστώτος τον πίεζαν να απαρνηθεί την πίστη του, εκείνος απαντούσε με τη σιωπηλή υπεροχή εκείνου που έχει δει τον Θεό μέσα στα μάτια των ελαχίστων αδελφών Του.
Δεν λύγισε ποτέ. Ακόμα κι όταν το σώμα του γέρασε, ακόμα κι όταν τα μάτια του έχασαν το φως τους προς το τέλος της ζωής του, το εσωτερικό του φως παρέμεινε άσβεστο. Έγινε ο τυφλός ποιμένας που έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων πιο καθαρά από οποιονδήποτε βλέποντα.