Τα δημόσια νοσοκομεία παραμένουν οι «πρωταθλητές» των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες (κυρίως προμηθευτές ιατρικού υλικού και φαρμακευτικών εταιρειών).
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα επίσημα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (για το πρώτο τρίμηνο του 2026), το συνολικό χρέος των νοσοκομείων διαμορφώνεται στα 1,590 δισ. ευρώ.
Αν και καταγράφεται μια μικρή μηνιαία σταθεροποίηση ή υποχώρηση (τον Φεβρουάριο ήταν στα 1,696 δισ. ευρώ), η συνολική εικόνα δείχνει σημαντική επιβάρυνση σε σχέση με το παρελθόν:
Δεκέμβριος 2025: Το χρέος βρισκόταν στα 1,397 δισ. ευρώ (παρουσιάζοντας αύξηση περίπου 193 εκατ. ευρώ μέσα στο πρώτο τρίμηνο του νέου έτους).
Η μικρή αποκλιμάκωση που παρατηρείται από μήνα σε μήνα οφείλεται κυρίως στην επιτάχυνση των αυτόματων λογιστικών συμψηφισμών (μέσω του μηχανισμού επιστροφών clawback και rebate), και όχι σε πλήρη εξόφληση των τιμολογίων.
Τα χρέη των νοσοκομείων αποτελούν πάνω από το μισό του συνολικού «ανοίγματος» της Γενικής Κυβέρνησης προς την αγορά, το οποίο ξεπερνά πλέον τα 3,1 δισ. ευρώ (μαζί με τις οφειλές των Δήμων και των Ασφαλιστικών Ταμείων).
Αυτή η συσσώρευση χρεών συνεχίζει να προκαλεί έντονες πιέσεις στην αγορά και τη ρευστότητα των εταιρειών που προμηθεύουν το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ).
Το ΕΣΥ “καρκινοβατεί” και δεν “πετάει”. Βρίσκεται σε ένα βαθύ τέλμα και αναγκάζεται να περιορίζει υπηρεσίες, προσθέτοντας έξοδα σε βάρος των πολιτών.