Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών .ΓΕΜΙ 180967709000 ΜΕΤ 230474

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η υπακοή της Βασιλείας

«Να έρθουν όλα τα παιδιά». Αυτό ήταν το μήνυμα του θείου Γιώργου. Τα καλούσε να φάνε όλοι μαζί εκείνο το βράδυ, σαν μια μεγάλη οικογένεια γύρω από το ίδιο τραπέζι.

Ο θείος Γιώργος ήταν καλός άνθρωπος. Η Χρύσα, η γυναίκα του, αγαπούσε τα ανίψια της με όλη της την καρδιά· κανείς δεν το αμφισβητούσε αυτό. Κι ο Γιώργος, παρότι θείος εξ αγχιστείας, δεν έχανε ευκαιρία να δείχνει την αγάπη του με πράξεις.

Ποιος θα μπορούσε να ξεχάσει τι είχε γίνει τότε με τη Μαρία, την αδερφή της Χρύσας; Σε εκείνα τα πέτρινα χρόνια, μέσα στο κλίμα του διχασμού και των παθών, κάποιοι την έσυραν στην πλατεία του χωριού επειδή ο άντρας της ήταν αντάρτης. Της έκοψαν τα μαλλιά με τη βία, ζητώντας τον δημόσιο εξευτελισμό της. Κι ενώ οι περισσότεροι σιώπησαν από φόβο, ο Γιώργος βγήκε μπροστά. Μόνος, με κίνδυνο της ίδιας του της ζωής, ύψωσε το ανάστημά του για να προστατεύσει μια κυνηγημένη γυναίκα. Από τότε, η Μαρία κρατούσε εκείνη τη γενναιότητα σαν φυλαχτό στην καρδιά της.

Τα χρόνια είχαν περάσει, η εποχή ήταν πλέον ειρηνική αλλά ακόμα δύσκολη, κι εκείνο το βράδυ, το κάλεσμα είχε τη δική του ιερότητα. Τα παιδιά της Μαρίας θα κάθονταν στο τραπέζι του ανθρώπου που είχε σώσει την αξιοπρέπεια της μάνας τους.

Πριν φύγουν από το σπίτι, η Σταματία, η μεγαλύτερη αδερφή, πήρε παράμερα τη μικρή Βασιλεία.

-Κοίτα, της είπε χαμηλόφωνα, μη σε πιάσει η λαιμαργία και δεν σταματάς να τρως. Άμα σε σκουντήξω με το πόδι κάτω από το τραπέζι, σημαίνει πως πρέπει να σταματήσεις.

Η μικρούλα κούνησε το κεφάλι της σοβαρά. Για εκείνη, ο λόγος της μεγαλύτερης αδερφής ήταν νόμος.

Το τραπέζι στρώθηκε πλούσιο. Οι μυρωδιές γέμισαν το δωμάτιο, τα πιάτα πηγαινοέρχονταν, οι μεγάλοι μιλούσαν και γελούσαν. Μέσα σε όλη αυτή τη ζεστασιά, κάποια στιγμή η Σταματία, άθελά της, ακούμπησε με το πόδι τη Βασιλεία.

Ήταν ένα τυχαίο άγγιγμα. Όμως για το μικρό κορίτσι ήταν διαταγή.

Αμέσως άφησε κάτω το πιρούνι της. Έκλεισε το στόμα και δεν ξαναδοκίμασε μπουκιά.

-Φάε, πουλάκι μου, γιατί σταμάτησες; της έλεγε η θεία Χρύσα.

-Δεν πεινάω, θεία, ψέλλιζε, καρφώνοντας το βλέμμα στο γεμάτο πιάτο της.

Κανείς δεν επέμεινε· οι κουβέντες των μεγάλων τους παρέσυραν ξανά. Η Βασιλεία παρέμενε εκεί, ένας σιωπηλός στρατιώτης της υπόσχεσής της, απέναντι στον μεγαλύτερο πειρασμό.

Όταν αργότερα επέστρεψαν στο σπίτι, η κοιλιά της άρχισε να γουργουρίζει τόσο δυνατά, που την άκουσαν όλοι. Η Σταματία γύρισε ξαφνιασμένη:

-Καλά, Βασιλεία, γιατί δεν έφαγες; Τόσα καλά είχε το τραπέζι!

Τα μάτια της γέμισαν αμέσως δάκρυα. Η φωνή της βγήκε τρεμάμενη:

-Αφού με σκούντησες…

Η Σταματία πάγωσε καθώς συνειδητοποίησε το λάθος της. Ένα τυχαίο άγγιγμα είχε γίνει για την αδερφή της εντολή στέρησης. Κι εκείνη, με την απόλυτη, τυφλή εμπιστοσύνη της παιδικής της ηλικίας, προτίμησε να πεινάσει παρά να παρακούσει.

Χρόνια μετά, το περιστατικό αυτό αναφερόταν συχνά στα οικογενειακά τραπέζια, προκαλώντας γέλια και πειράγματα. Όμως πίσω από τα πειράγματα, όλοι ένιωθαν το ίδιο ρίγος. Ήταν η ανάμνηση μιας εποχής όπου, μέσα στις πληγές και τις στερήσεις, η πίστη και η αγνότητα της παιδικής ψυχής άνθιζαν πεισματικά, σαν μικρά, ανθεκτικά λουλούδια ανάμεσα στις πέτρες.

Νίκος Καρβουνάς

Πνευμονολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *