Ισχυρή αντιμετώπιση των απειλών της Τουρκίας
Το γεγονός ότι οι Τουρκομογγόλοι, δημοσιεύοντας αντιστοίχους χάρτες, ανακηρύσσουν – χαράσσουν μονομερώς τα συγκεκριμένα «εθνικά» θαλάσσια πάρκα στο Αιγαίο, στην πραγματικότητα υποδηλώνει, ότι εκδέχονται τους οικείους θαλασσίους χώρους -οι οποίοι και καλύπτουν είτε τμήματα της δυνητικής ελληνικής ΑΟΖ είτε και διεθνή ύδατα- ως πεδίο άσκησης όχι απλώς κυριαρχικών δικαιωμάτων, αλλά εθνικής κυριαρχίας καθ’ εαυτήν.
Και τούτο, διότι η in concreto μονομερής ανάπτυξη των εν λόγω «εθνικών» θαλασσίων πάρκων εκ μέρους της Τουρκίας δεν εμπίπτει:
α) ούτε στην έννοια της -έστω και αυθαιρέτως υπερεκτεταμένης- υφαλοκρηπίδας, το δικαίωμα επί της οποίας και κατ’ αρχήν υφίσταται ipso facto και ab initio, δεδομένου ότι αυτή καλύπτει μόνον τον βυθό και το υπέδαφός του
β) ούτε στην έννοια της -έστω και αυθαιρέτως υπερεκτεταμένης- αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (Α.Ο.Ζ.), τόσο μεν διότι η Τουρκία δεν έχει προβεί σε νόμιμη σχετική ανακήρυξη και οριοθέτηση ΑΟΖ όσον και διότι δεν τυγχάνει καν συμβεβλημένο μέρος στην Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), στην οποία ακριβώς και το πρώτον θεμελιώνεται η έννοια της εν λόγω θαλάσσιας ζώνης -ανεξαρτήτως αν θεμελιώδη άρθρα αυτής θεωρείται πως αποτελούν πλέον εθιμικό διεθνές δίκαιο, δεδομένου, μεταξύ άλλων, ότι αντιτίθεται αυτή σφόδρα και σε βαθμό casus belli στην εκ μέρους της Ελλάδος εφαρμογή τους.
Ως εκ τούτου και ex contrario, τα εν λόγω θαλάσσια πάρκα δεν δύναται παρά να θεωρείται πως χωροθετούνται εντός της -αυθαιρέτως προφανώς προβαλλομένης ως- τουρκικής αιγιαλίτιδας ζώνης, η δε ανακήρυξή τους δεν συνιστά παρά έκφραση εθνικής πλήρους κυριαρχίας, απολύτως όμοιας προς εκείνην που ασκεί επί των εσωτερικών της υδάτων και των χερσαίων της εδαφών.
Ώστε η Τουρκία αναβαθμίζει πλέον ποιοτικά τις διεκδικήσεις της σε βαθμό παρανοϊκής αναιδείας:
Δεν αρνείται «απλώς» την επήρεια των ελληνικών νησιών κατά τον καθορισμό και την οριοθέτηση της ελληνικής Α.Ο.Ζ. και υφαλοκρηπίδας δεν διατηρεί «απλώς» σε απόλυτη ισχύ την απειλή του casus belli επί τυχόν εκ μέρους μας ασκήσεως των νομίμων σχετικών δικαιωμάτων μας, δηλαδή της επέκτασης του πλάτους της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στο Αιγαίο έως τα 12 ναυτικά μίλια.
Αλλά επεκτείνει η ίδια επί του πεδίου την δική της αιγιαλίτιδα ζώνη, ήτοι τα χωρικά της ύδατα, όπως, όπου και όποτε θέλει. Γιατί έτσι γουστάρει. Με τον γνωστό θρασύδειλο τσαμπουκά της. De facto. Μέχρι να καταστεί de jure.
Μέσω της ύπουλης, βαθμηδόν και αργόσυρτης, ολίγον κατ’ ολίγον οικοδόμησης της διαβόητης «έρπουσας δικαιοδοσίας» (creeping jurisdiction). Και εν τέλει μέσω της αυθαίρετης κατασκευής ενός εντελώς δικής της, θρασύτατης εμπνεύσεως Δικαίου της Θάλασσας, σύμφωνα με τα ξεκάθαρα προκρούστεια ιδιοτελή μέτρα και συμφέροντά της, τα οποία και αξιώνει να αντιτάσσει erga omnes σε διεθνή κλίμακα, δοθέντος ότι δεν διστάζει να επεκτείνει την κυριαρχία της και επί διεθνών ακόμη υδάτων.
Η αντίδρασή μας οφείλει να είναι ακαριαία. Και δη όχι απλώς de jure, με νομικά απλώς διαβήματα και μάλλον ανώδυνα ρητορεύματα. Αλλά και, επίσης, de facto. Με πραγματική παρουσία επί του πεδίου.
Διότι η κανονιστική δύναμη του πραγματικού είναι εξαιρετικά ισχυρή, πόσω δε μάλλον στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, όπου οι σταθερές, αδιατάρακτες, επίμονες και υπομονετικές ενέργειες του επιμελούς επισπεύδοντος δεν αργούν να καταστήσουν de jure ισχύοντα τα de facto τετελεσμένα ή και τελούμενα.
«Από την σταγόνα που πέφτει συνεχώς τρυπάει και ο βράχος» (Βίας ο Πριηνεύς).
Βασίλης Μπούτος
