Πριν από μερικά χρόνια, ένα ανιψάκι μού έκανε μια ερώτηση που με αιφνιδίασε. Δεν απάντησα. Χαμογέλασα και κράτησα την απάντηση για μένα.
Μου είπε:
«Αν μπορούσες σήμερα να διαλέξεις, τι θα προτιμούσες;
Να κρατήσεις όλα όσα έχεις ζήσει μέχρι τώρα και να σου χαριστούν τόσα ακόμη χρόνια, ώστε η ζωή σου να φτάσει συνολικά τα εκατό;
Ή να γεννηθείς σήμερα από την αρχή, χωρίς την προηγούμενη μνήμη, έχοντας μπροστά σου εκατό ολόκληρα χρόνια;»
Ειλικρινά, είναι δύσκολη ερώτηση.
Η πρώτη επιλογή έχει τη γοητεία των αναμνήσεων.
Τόσα χρόνια σημαίνουν έναν κόσμο που άλλαξε μπροστά στα μάτια μου. Ανθρώπους που ήρθαν και έφυγαν. Εποχές που γεννήθηκαν και χάθηκαν. Δρόμους που κάποτε δεν υπήρχαν και πόλεις που πήραν τη θέση χωριών.
Θα κουβαλούσα μέσα μου ιστορίες που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να θυμάται όπως εγώ.
Όμως, πόσο εύκολο θα ήταν να ζήσω τόσο πολύ;
Πόσους θα είχα αποχαιρετήσει; Πόσα αγαπημένα πρόσωπα θα είχαν φύγει πριν από εμένα;
Η άλλη επιλογή μοιάζει, ίσως, πιο ελκυστική.
Να μηδενίσω το κοντέρ και να ανοίξω σήμερα την πόρτα της ζωής, έχοντας μπροστά μου εκατό χρόνια. Να γνωρίσω, να αγαπήσω, να ταξιδέψω, να αποτύχω και να ξαναρχίσω.
Να προλάβω έναν κόσμο που ακόμη δεν υπάρχει. Να δω πού θα φτάσει η ανθρωπότητα, μέχρι πού θα ταξιδέψει η τεχνολογία, τι καινούργιο θα γεννηθεί από το μυαλό και τα χέρια των ανθρώπων.
Κι όμως, αυτή η επιλογή έχει ένα πολύ μεγαλύτερο κενό. Θα έλειπαν όλα όσα προηγήθηκαν. Και μαζί τους θα έλειπαν οι άνθρωποι που αγάπησα. Δεν θα θυμόμουν τα πρόσωπά τους. Δεν θα άκουγα μέσα μου τις φωνές τους.
Δεν θα θυμόμουν τις αγκαλιές τους, τα γέλια τους, τις κουβέντες μας, τις μικρές στιγμές που τότε ίσως θεωρούσα αυτονόητες και σήμερα έχουν γίνει πολύτιμες.
Δεν θα ήξερα καν ότι κάποτε υπήρξαν στη ζωή μου. Κι ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο σημείο της δεύτερης επιλογής. Γιατί δεν θα έχανα μόνο το παρελθόν μου. Θα έχανα και τους ανθρώπους που το έκαναν δικό μου. Θα ξεκινούσα τη ζωή μου χωρίς να ξέρω τι χάθηκε μέχρι να εμφανιστώ εγώ.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα να μην είναι πόσα χρόνια θα θέλαμε να ζήσουμε. Ίσως να είναι ποια χρόνια θα θέλαμε να προλάβουμε.
Γιατί η ζωή δεν μετριέται μόνο με τη διάρκειά της. Μετριέται με όσα προλαβαίνουν να χωρέσουν μέσα της.
Μια αγκαλιά. Ένα βλέμμα. Μια συνάντηση. Ένα ταξίδι. Μια απώλεια.
Ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα κι ένα άλλο που έμεινε για πάντα όνειρο. Και πάνω απ’ όλα, οι άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή μας και την έκαναν αυτό που είναι.
Τελικά σκέφτηκα πως σημασία έχει, όταν έρθει το τέλος, να μπορούμε να κοιτάξουμε πίσω και να πούμε:
«Δεν έζησα όσο θα ήθελα. Έζησα όμως αρκετά για να αγαπήσω τη ζωή».