«Το πρώτο κουδούνι»
Καμάρωνα την προηγούμενη χρονιά, λέγοντας πως είμαι στη μεγάλη τάξη του νηπιαγωγείου. Όταν όμως γράφτηκα στην πρώτη τάξη δημοτικού, πετούσα στα σύννεφα!
Μέρες πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι, η μάνα μου είχε αναλάβει να “με” μάθει γράμματα, να προλάβει —όπως πίστευε— τους δασκάλους. Εγώ, πάλι, χάζευα περισσότερο τις φωτογραφίες.
Ο Μίμης, η Άννα, η Έλλη και η Λόλα ήταν για μένα τα παιδιά μιας ολόκληρης οικογένειας που ζούσε μέσα στις σελίδες του βιβλίου.
Θυμάμαι ακόμη τις πρώτες ημέρες, που δεν μπορούσα να ξεχωρίσω το «τότε» από το «πότε». Λες και οι λέξεις είχαν τη δική τους λογική.
Και λίγο πριν μπει ο δάσκαλος στην τάξη, ρωτούσα τον διπλανό μου —εκείνον που είχε μείνει στάσιμος από την προηγούμενη χρονιά— για να επαληθεύσω πως η απάντηση που είχα στο μυαλό μου ήταν η σωστή. Ήθελα να είμαι σίγουρος. Ή, μάλλον, ήθελα να μη φανεί πως δεν ήξερα.
Ζούσαμε, όμως, κυρίως για το διάλειμμα.
Η νηπιακή ηλικία δεν έφευγε εύκολα.
Μια βέργα ανάμεσα στα πόδια γινόταν άλογο κι εγώ καβαλάρης και ιππότης μαζί. Έτρεχα στην αυλή και πήγαινα στο μέρος όπου ήταν το κοριτσάκι που ήδη «αγαπούσα» από τα νήπια.
Σταματούσα μπροστά της και, με όλη τη σοβαρότητα που μπορούσε να διαθέσει ένα παιδί, της έλεγα ιπποτικά:
«Αν σ’ ενοχλήσει κανείς, να “με” το πεις».
Κι εκείνη έκανε μια γκριμάτσα δυσφορίας.
Ήξερα, όμως, πως η γκριμάτσα δεν ήταν για μένα. Ήταν για τα άλλα κορίτσια που την πείραζαν. Εγώ απλώς είχα βρει τον δικό μου, μικρό τρόπο να παριστάνω τον προστάτη της.
Σήμερα άνοιξαν τα σχολεία.
Και μαζί τους άνοιξε, μέσα μου, ένα παράθυρο γεμάτο αναμνήσεις. Ένα παράθυρο που κοιτάζει πίσω, σε μια εποχή όπου οι πρώτες λέξεις, τα πρώτα γράμματα, τα πρώτα καρδιοχτύπια και οι μεγάλες περιπέτειες χωρούσαν όλα σε μια σχολική αυλή.
Κι ύστερα, η ζωή προχώρησε.
Πέρασαν χρόνια. Μεγαλώσαμε. Αλλά κάποιες μέρες, ένα πρώτο κουδούνι αρκεί για να γυρίσουν όλα πίσω.
Καλή σχολική χρονιά σε όλους τους μαθητές και τους δασκάλους.
Και, γιατί όχι, σε όλους εμάς που κάποτε πετούσαμε στα σύννεφα της πρώτης τάξης.
Νίκος Καρβουνάς
Πνευμονολόγος
