“Όλο το χωριό μύριζε ασβέστη…”
Κάποιες φορές πολύ νωρίς έστηνε τις κούνιες του ο Μητσιάς. Συνεχιστής της οικογενειακής παράδοσης.
Μετά τον μπάρμπα Βλάσιο, τον πατέρα του, ανέλαβε αυτός την δουλειά. Ήταν κάτι ξύλινες βάρκες με δύο καθίσματα αντικριστά. Στην κάθε θέση από πάνω κρεμόταν ένα σκοινί. Έπιανες το σκοινί του απέναντι και το τράβαγες εναλλάξ με τον άλλον ρυθμικά.
Η βάρκα πήγαινε μπρος πίσω, και σιγά σιγά επιτάχυνε. Την πρώτη ώθηση βέβαια την έδινε ο Μητσιάς σπρώχνοντας δυνατά την βάρκα.
Χρειαζόταν αρκετή δύναμη για το τράβηγμα του σκοινιού, αλλιώς η βάρκα δεν πήγαινε ψηλά.
Κάποια παλικάρια έβρισκαν ευκαιρία να κάνουν επίδειξη. Έμπαιναν στην βάρκα μόνοι. Και με επιδέξιες κινήσεις του σώματος, κυρίως χεριών και γονάτων, ανέβαζαν την βάρκα στα ύψη.
Και τότε άκουγες ένα ντουκ, που σήμαινε ότι η βάρκα έπιασε το όριό της, δεν πήγαινε πιο ψηλά. Τα κοριτσόπουλα, τάχα μου από φόβο, κάλυπταν τα μάτια τους με τις παλάμες, αλλά ανάμεσα από τα δάκτυλα θαύμαζαν το παλικάρι που οριζοντίωνε το σώμα του μια δεξιά και μια αριστερά και έκανε την βάρκα να μοιάζει παιχνιδάκι. Ο Μητσιάς είχε τον νου του!
Ωστόσο έδινε ένα περιθώριο στον νεαρό να κάνει το κομμάτι του, να φουσκώσει λίγο το “εγώ” του. Γρήγορα όμως έτρεχε και σήκωνε με την μανιβέλα ένα μαδέρι, που μάγκωνε τα ύφαλα της βάρκας και της έκοβε γλυκά – γλυκά την φόρα.
Ο Νίκος δεν ενοχλήθηκε από την παρέμβαση του Μητσιά. Ήδη είχε εντυπωσιάσει την Δώρα, που δεν χόρταινε να τον θαυμάζει, όσο εκείνος πετούσε στα σύννεφα με την δική του “Αργώ”.
Λίγοι ξέραμε για τον μεγάλο έρωτα του Νίκου και της Δώρας.
Και ακόμη λιγότεροι, ότι έφευγε με το ποδήλατο για το σχολείο, και στα μισά του δρόμου γύριζε πίσω να βρεθεί με την καλή του, όταν οι γονείς της θα είχαν φύγει για την δουλειά.
Μια μέρα ακούστηκε ότι “κλέφτηκαν”.
Πήραν το τρένο και πήγαν προς την Νάουσα.
Το βράδυ επέστρεψαν. Δεν ξέρουμε πολλές λεπτομέρειες. Την Κυριακή το απόγευμα πάντως τους είδαμε να κάνουν βόλτα αγκαζέ.
Με αυτόν τον τρόπο έδειχνε τότε ένα ζευγάρι ότι έχει επίσημα αρραβωνιαστεί.
Ήταν το πιο μικρό ζευγάρι του χωριού.
Όλοι το αγάπησαν.
Ο Νίκος σταμάτησε το Γυμνάσιο και έγινε ελαιοχρωματιστής. Σε λίγο καιρό μάθαμε ότι περίμεναν και παιδάκι. Πολύ τους χαιρόμασταν.
Ο καθένας ήθελε με τον τρόπο του να συμβάλει στο στήσιμο του νέου νοικοκυριού.
Όλοι έδωσαν δουλειά στον Νίκο.
Η ανθρωπιά στο ζενίθ!
Πλησίαζε Πάσχα, δούλευε όλη μέρα.
Το Αρσένι μύριζε ασβέστη απ’ άκρη σ’ άκρη.
Όλα τα σπίτια ασπρισμένα και όλες οι καρδιές πεντακάθαρες!
Τι χαρούμενη ζωή!!!
Νίκος Καρβουνάς
Πνευμονολόγος
