“Κατά μήκος των γραμμών”
Η διαδρομή για το Γυμνάσιο μάς έπαιρνε μισή ώρα, αλλά κανείς δεν διαμαρτυρόταν. Ήταν ο δικός μας δρόμος, κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, που παίρναμε για να γλιτώσουμε δρόμο και χρόνο.
Δεξιά μας απλώνονταν φάρμες με μηλιές, φορτωμένες ακόμα. Συναντούσαμε και φάρμες με ροδακινιές που είχαν αρχίσει να αλλάζουν χρώμα. Τα φύλλα τους κιτρίνιζαν, έπεφταν ήσυχα στο χώμα, και μαζί τους κάτι μέσα μου βάραινε, μια μελαγχολία που δεν ήξερα τότε πώς να την δικαιολογήσω, μόνο την ένιωθα. Μια αίσθηση ότι όλα όσα αγαπάμε κάποτε τελειώνουν. Κι ας ήμασταν μόνο δεκατριών.
Κάθε πρωί, η ίδια τελετουργία. Τα ποδήλατά μας κουδούνιζαν στις ανωμαλίες του χωματόδρομου, με τις τσάντες περασμένες στον σκελετό του ποδηλάτου. Κάποιες φορές άνοιγαν από το τράνταγμα, και σταματούσαμε να τις ξανακουμπώσουμε…
Αν τύχαινε να περάσει τρένο στεκόμασταν στην άκρη και χαιρετούσαμε τους ταξιδιώτες, σαν μικροί σταθμάρχες. Κάποιοι μας αγνοούσαν, άλλοι γελούσαν, και αρκετοί μας ανταπέδιδαν τον χαιρετισμό. Το κάναμε κάθε φορά. Δεν το συζητούσαμε! Ήταν κάτι που “έπρεπε” να γίνει. Μια μικρή πράξη αθωότητας σ’ έναν κόσμο που ήδη φάνταζε μεγάλος.
Μια μέρα, ο Πέτρος έβαλε ένα μεγάλο καρφί πάνω στις ράγες. Είχε ένα σχέδιο: “Όταν περνούσε το τρένο, θα το πλάκωνε, θα γινόταν λάμα, και θα το έκανε σουγιαδάκι”.
Ο Ανέστης του είπε ότι είναι επικίνδυνο, μήπως πεταγόταν και μας χτυπούσε. Κι εγώ είχα την ίδια ανησυχία…
Περιμέναμε το τρένο με ανυπομονησία, κι όταν πράγματι πέρασε και άφησε πίσω του το καρφί σαν μεταλλικό φύλλο, ο Πέτρος το σήκωσε με καμάρι ως τρόπαιο. Δεν έφτιαξε ποτέ τον σουγιά. Το κράτησε στο θρανίο του για καιρό, κι ύστερα δεν ξέρω πώς, χάθηκε.
Όπως χάνονται τα φύλλα που πέφτουν ένα ένα και δεν γυρίζουν στο κλαδί… Αυτή η πτώση των φύλλων είναι που με πονά περισσότερο.
Έτσι χάθηκαν νωρίς και οι δύο παιδικοί μου φίλοι, κάποτε ήμασταν όλοι μαζί…
Ακόμα και σήμερα, κάθε Σεπτέμβρη, όταν φυσάει ο αέρας και πέφτουν τα φύλλα, όταν μυρίζω μήλα και υγρό χώμα, βλέπω τον εαυτό μου εκεί, με τον Πέτρο και τον Ανέστη. Στην άκρη της γραμμής, με το ποδήλατο, με την τσάντα γεμάτη τετράδια, και την καρδιά να μη ξέρει τι είναι απώλεια.
Και να χαιρετάω τα τρένα. Από συνήθεια.
Νίκος Καρβουνάς
Πνευμονολόγος
