Eβδομαδιαία Πολιτική – Οικονομική – Ναυτιλιακή – Φιλολογική εφημερίδα στην υπηρεσία των Δήμων του Πειραιά και των νησιών .ΓΕΜΙ 180967709000 ΜΕΤ 230474

ΑΠΟΨΕΙΣ

«Εν μέσω απόλυτης μουργέλας»

Η θερινή αδράνεια είχε απλωθεί για τα καλά σε όλο το χωριό. Από νωρίς, η παρέα των γερόντων είχε βολευτεί κάτω από τη μουριά, στο καφενείο του Σταμάτη. Περίμεναν να δοθεί μια αφορμή, για να αρχίσουν εκείνες οι ατέλειωτες συζητήσεις και τα κουτσομπολιά.

Από ποιον, όμως; Με τέτοια ακινησία, μόνο παραγγελίες έδιναν στον Σταμάτη για κάτι παγωμένο… Ο Βαγγέλης ήταν γνωστός στο χωριό για τις επιδόσεις του στην τεμπελιά. Σκέψου ότι του είχαν βγάλει και παρατσούκλι: «ο ακούραστος». Όχι φυσικά ότι ήταν ανθεκτικός και, δουλεύοντας, δεν κουραζόταν, αλλά, επειδή δεν δούλευε, ήταν επόμενο να μην κουράζεται…

Άραξε ο «ακούραστος» σε μια καρέκλα, ζήτησε από τον Σταμάτη άλλες τέσσερις καρέκλες, για να βολέψει χέρια και πόδια, παρήγγειλε μια λεμονίτα και βυθίστηκε στη ραστώνη του.

Ο Σταμάτης του έκανε όλα τα χατίρια. Τον είχε συνηθίσει. Τεμπελάκος ήταν·όλη μέρα εκεί τριγύριζε χωρίς να κάνει κάτι συγκεκριμένο. Είχαν γίνει κολλητοί…

Ένα γεροντάκι δεν άντεξε και τον σχολίασε:

«Καλά, αν υπήρχαν αγώνες ραθυμίας, τούτος εδώ θα έπαιρνε χρυσό μετάλλιο».

Όλοι έβαλαν τα γέλια, χωρίς αυτό να ενοχλήσει τον «ακούραστο».

Στο διπλανό τραπέζι ήρθε και κάθισε η Σόνια, μια εντυπωσιακή γυναίκα με μυαλό ξυράφι, που μπορούσε να σε τυλίξει στο άψε σβήσε.

Είδε τον Βαγγέλη έτσι χυμένο στις καρέκλες και τον πείραξε, τάχα στο αδιάφορο, παίζοντας συνάμα με μια μπουκλίτσα που εξείχε από τα κατάξανθα μαλλιά της:

«Βαγγέλη, τι λέει σήμερα το πρόγραμμα ή είναι ημέρα της χαλάρωσης;»

Έσκασαν στα γέλια πάλι τα γερόντια.

Ο Βαγγέλης της απάντησε με ένα φιλοσόφημα:

«Κοίταξε να δεις, κοπελιά, εγώ για να κάνω ρεκόρ στη χαλάρωση ξέρεις πόσο σκληρά εργάστηκα στο να μην κάνω τίποτα;»

Η Σόνια χαμογέλασε με νόημα:

«Μπα, νομίζω ότι εσύ παίρνεις φωτιά μόνον όταν θέλεις να ρίξεις καμιά γυναίκα».

Ο «ακούραστος» είπε ένα πνιγμένο «ίσως», που πιθανόν να μην ακούστηκε κιόλας. Ωστόσο, μέσα του επεξεργάστηκε καλύτερα τη σημασία της ατάκας.

Ήταν ολοφάνερο. Η Σόνια τού την έπεφτε ωμά.

Κοίταξε ερευνητικά τους ηλικιωμένους, γιατί τον ενδιέφερε ποια γνώμη θα σχημάτιζαν για το «αντριλίκι» του…

Όσο εκείνος ψαχνόταν, η Σόνια συνέχιζε να παίζει με τις λέξεις:

«Ξέρεις, μπορεί να μη σου το έχω πει, αλλά έχω μια αδυναμία στους άνδρες που χαλαρώνουν και μετά προσπαθούν για κάτι πιο ενδιαφέρον. Λοιπόν, υπάρχει κανένας λόγος που να σε κάνει να σηκωθείς από τη βολή σου ή η ζέστη σου πήρε όλη τη ζωντάνια;»

Μετά κι από αυτό, οι γέροντες σίγησαν τελείως.

Εδώ πια επρόκειτο για φλερτ ολκής, βεβαίως βεβαίως, και πρωταγωνιστές μπορούσαν να είναι μόνο δύο.

Εν τέλει, ο Βαγγέλης σήκωσε το γάντι:

«Ναι, Σόνια, αν είναι να γίνεις εσύ το κίνητρό μου, σηκώνομαι ευθύς αμέσως. Ξέρεις πόσο σε θαυμάζω. Θα ’θελα πολύ να ενώσουμε τα ενδιαφέροντά μας στη ζωή».

Με αυτή τη φράση, το φλερτ είχε φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο, δίνοντας την αίσθηση ότι εκείνη τη στιγμή γεννιόταν ένας μεγάλος έρωτας!

Όσο για τη γεροντοπαρέα, τις επόμενες ημέρες είχε θέμα για συζήτηση.

Όλοι κάτι γνώριζαν, όλοι όμως ρωτούσαν:

«Και μετά; Και μετά;!»

Η περιέργεια των γερόντων, βλέπεις…

Νίκος Καρβουνάς

Πνευμονολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *