Κωνσταντινέα Μπέσσυ
Ζήσε στο φώς
Ο Πελέ και ο Ζακαρίας είχαν βαρεθεί από την «ακινησία» και αποφάσισαν να πάνε στο μακρινό δάσος της Σοφίας, εκεί που η λέξη θαύμα δεν έχει τη σημασία που του δίνουμε εμείς οι άνθρωποι.
Εκεί, παρατήρησαν κάτι πολύ πολύ παράξενο. Μια τεράααστια σιωπή είχε απλωθεί παντού! Τα φύλλα λικνίζονταν χωρίς να βγάζουν ήχο και όλα έμοιαζαν σαν να έχουν υπνωτιστεί.
Ξαφνικά, πάνω σε ένα κλαδί μιας γέρικης βελανιδιάς είδαν μια κουκουβάγια. Ήταν η Κυρία Σοφούλα, μια κουκουβάγια με γυαλιά που έμοιαζαν με δύο μικρά φεγγάρια. Η κυρία Σοφούλα καθόταν ακίνητη με τα μάτια μισόκλειστα και την λύπη ζωγραφισμένη στα φτερά της. Ήταν η σοφή κουκουβάγια του δάσους της σοφίας το οποίο σημαίνει η σοφότερη όλων των σοφών. Και εκτός αυτού ήταν και πρώτη και σημαντικότερη δασκάλα του Ζακαρία!
«Ω!! mi profesora!.. εγώ είμαι, ο παλιός σου μαθητής που έτρωγε τα περισσότερα καρότα στην τάξη» είπε και έτρεξε κοντά της με ένα πλατύ χαμόγελο που ξεπερνούσε το μπόι του και το καρότο του να πέφτει και να κάνει γκελ στο έδαφος.
Αλλά η κυρία Σοφούλα δεν κουνήθηκε ούτε απάντησε. Τα μάτια της ήταν μεγάλα, θαμπά και πολύ, πολύ κουρασμένα. Άνοιξε το ράμφος της, αλλά δεν βγήκε ούτε ένας ήχος. Μόνο ένας μικρός στεναγμός που μύριζε απογοήτευση.
Ο Πελέ διέκρινε μία αύρα θλίψης γύρω από την Σοφή κουκουβάγια σαν βαρύ σύννεφο που σκιάζει τον ουρανό και τη γη μαζί!… «Τι συμβαίνει Ζακαρία;» ρώτησε ο Πελέ ανήσυχος «γιατί η δασκάλα σου δεν μιλάει;»
«Ω! mi Peledito, νομίζω ότι έχασε την λαλιά της από την απογοήτευσή της. Πάντα πίστευε και ήθελε να κάνει τον κόσμο ομορφότερο και σοφότερο, και όσο βλέπει να γίνονται τα ίδια και τα ίδια, τους ανθρώπους να μην αλλάζουν, τις κακίες να συνεχίζονται, τα δάση να στενοχωριούνται… πίστεψε πως όλα όσα μας δίδαξε πήγαν χαμένα. Απογοητεύτηκε τόσο πολύ, που η φωνή της αποφάσισε να πάει να κρυφτεί!
Ο Πελέ δεν μπορούσε να το αφήσει έτσι. Έκλεισε τα μάτια του και άρχισε να κουνάει την ουρά του σε έναν πολύ, πολύ ρυθμικό μαγικό χορό.
“Θα σου δείξω κάτι, Κυρία Σοφούλα!” νιαούρισε.
Με μια μαγική κίνηση και με ένα στριφογύρισμα των μουστακιών του δημιούργησε μια λαμπερή σκόνη που έλουσε την κυρία Σοφούλα. Η σκόνη δεν έπεσε κάτω, αλλά άρχισε να σχηματίζει ζωντανές εικόνες.
Η κουκουβάγια είδε τον εαυτό της πριν από πολλά χρόνια να διδάσκει τον μικρό Ζακαρία. Είδε τον Ζακαρία να συμβουλεύει τους φίλους του. Μετά, είδε τον Πελέ και τον Ζακαρία να σώζουν το Πνεύμα της Πρωτοχρονιάς και να βοηθάνε το ψάρι την Κλεοπάτρα να βρει το νόημα της ζωής.
Η Κυρία Σοφούλα άρχισε να τρεμοπαίζει τα βλέφαρά της. Η λάμψη άρχισε να επιστρέφει στα μάτια της.
Ο Ζακαρίας πλησίασε, ακούμπησε την πατούσα του στο φτερό της και είπε με την πιο ήρεμη φωνή του:
“Κυρία Σοφούλα, κοιτάξτε εμάς! Νομίζετε ότι ο κόσμος δεν αλλάζει, αλλά κάνετε λάθος. Δεν χρειάζεται να σώσεις όλο τον κόσμο για να κάνεις το καλό. Ακόμα κι αν έχεις αγγίξει την ψυχή ενός και μόνο πλάσματος, αν έχεις κάνει έστω και έναν άνθρωπο (ή λαγό!) να δει το φως, τότε έχεις πετύχει το μεγαλύτερο θαύμα! Γιατί αυτό το ‘ένα’ πράγμα μεταδίδεται σαν το άρωμα του νυχτολούλουδου: αρχίζει από ένα φύλλο και φτάνει μέχρι την άκρη της γης.”
Η Κυρία Σοφούλα χαμογέλασε και βρήκε ξανά τη φωνή της
“Έχεις δίκιο, μικρέ μου Ζακαρία”, είπε χαμογελώντας. “Ξέχασα ότι οι μεγάλες αλλαγές κρύβονται στις μικρές καρδιές.” και τους αγκάλιασε και τους δύο με τα ζεστά πουπουλένια της φτερά!
Το Δάσος της Σοφίας γέμισε ξαφνικά με κελαηδίσματα και θροΐσματα. Ο κόσμος δεν είχε γίνει τέλειος ακόμα, αλλά εκείνη τη στιγμή, ήταν πολύ, πολύ καλύτερος.
Ο Ζακαρίας πήρε μια μπουκιά από το καρότο του και είπε τη σοφία που θα μείνει για πάντα γραμμένη στα δέντρα:
«Genial, mi Peledito! Μην προσπαθείς να φωτίσεις όλο τον ουρανό με τη μία. Γίνε εσύ το κερί που θα ανάψει ένα άλλο κερί, και θα δεις ότι στο τέλος, το σκοτάδι θα αναγκαστεί να πάει για ύπνο!»
Μπέσσυ Κωνσταντινέα
