Ο παππούς μου δεν γύρισε ποτέ
Οι φωτογραφίες των διακοσίων εκτελεσθέντων στην Καισαριανή συγκλόνισαν το πανελλήνιο. Πρόσωπα που στέκουν ακόμη όρθια και περήφανα μέσα στον χρόνο.
Ανάμεσά τους, χωρίς να είναι εκεί, είδα και τον παππού μου.
Δεν τον γνώρισα ποτέ. Τον γνώρισα μέσα από ψιθύρους και μισές αφηγήσεις που σταματούσαν απότομα.
Ένα πρωινό ανέβηκε στο άλογο για να πάει στο αμπέλι, λίγο έξω από το χωριό. Το αγαπούσε το αμπέλι του, το φρόντιζε σαν να ‘ταν παιδί του.
Τον συμβούλεψαν να μην πάει. “Τα πνεύματα είναι οξυμένα”, του είπαν. Δεν τους άκουσε. Ίσως γιατί δεν είχε ενταχθεί ενεργά σε παρατάξεις. Ίσως γιατί ήταν τολμηρός. Είχε όμως συγγενείς αντάρτες. Και τότε αυτό αρκούσε.
Τον έπιασαν. Πέρασαν μέρες χωρίς να φανεί. Τον βρήκαν σκοτωμένο, ακουμπισμένο σε μια πέτρα, στον λόφο ανάμεσα στο Ριζό και την Σκύδρα, εκεί που αργότερα έγινε στρατόπεδο. Έμοιαζε λες και κάθισε να ξαποστάσει. Σαν να περίμενε να κοπάσει η θύελλα.
“Παράπλευρη απώλεια”.
Μα πώς χωράει ένας γέρος που πήγαινε στην δουλειά του σε μια τόσο ψυχρή λέξη; Πώς γίνεται η ζωή να μικραίνει σε μια φράση που δεν πονά;
Όταν ήμουν παιδί, έλεγα πως τον σκότωσαν οι Γερμανοί. Η άλλη αλήθεια ήταν πιο βαριά, ο εμφύλιος δεν λεγόταν εύκολα στα παιδιά. Μεγάλωσα με μια ιστορία πιο απλή και μια σιωπή πιο βαθιά.
Κοιτάζοντας τώρα τα πρόσωπα της Καισαριανής καταλαβαίνω: η Ιστορία δεν είναι μόνο οι μεγάλες εκτελέσεις, τα ονόματα με κεφαλαία. Είναι οι ανώνυμοι λόφοι, τα αμπέλια που έμειναν ακαλλιέργητα, οι γέροντες που δεν γύρισαν ποτέ. Οι οικογένειες που έμαθαν να σωπαίνουν για να αντέξουν.
Ο παππούς μου υπάρχει μέσα μου. Δεν άκουσα την φωνή του, μα ξέρω την αξιοπρέπειά του. Δεν είδα το πρόσωπό του, μα νιώθω την αγάπη του για την γη. Δεν πρόλαβα το χαμόγελό του, θυμάμαι όμως την απουσία του.
Ίσως η μνήμη είναι να δίνεις πρόσωπο σ’ εκείνους που η Ιστορία άφησε στην άκρη, να τους φέρνεις ξανά στο φως όχι ως “παράπλευρες απώλειες”, αλλά ως ανθρώπους.
Κι έτσι η μνήμη του παππού μου ζωντανεύει, σαν σκιά που περπατάει ανάμεσα στα κλήματα.
Νίκος Καρβουνάς
Πνευμονολόγος
